Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 23/11/2017
latinmusic category

Σελίδα 3 από 3



Mulato (μουλάτο): Το άτομο με μεικτή μαύρη και λευκή φυλετική καταγωγή.

Musica Andina (μούσικα αντίνα): Γενικός όρος που περικλείει όλα τα μουσικά στύλ με κυρίως ινδιάνικα στοιχεία τα οποία παίζονται και ακούγονται κατά μήκος της οροσειράς των Ανδεων απο τους απογόνους της παλαιάς αυτοκρατορίας των Ινκας.

Musica criolla (μούσικα κριόγια): Γενικός όρος που περικλείει όλα τα αστικά αφρο – ινδιανο – ευρωπαϊκά μουσικά είδη του Περού, διαχωρίζοντας τα έτσι απο την Musica Andina (που παίζεται κυρίως στις περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο και σχεδόν αμιγή ινδιάνικο πληθυσμό).

Musica llanera (μούσικα γιανέρα): Γενικός όρος που περικλείει τα μουσικά στύλ με κυρίως ισπανικά στοιχεία που παίζεται και ακούγεται στις μεγάλες πεδινές και ελώδεις εκτάσεις των llanos (γιάνος) της Βενεζουέλας .

Musica tropical (μούσικα τροπικάλ): α) Γενικός όρος που στην σύγχρονη εποχή χρησιμοποιείται για να περιγράψει κυρίως τίς μουσικές της Καραϊββικής με πιο παραδοσιακό χαρακτήρα (salsa, merengue, bachata κ. λ. π. ) και τον συναντάμε συχνότερα στην κατηγοριοποίηση της μουσικής βιομηχανίας. β) Ορος που χρησιμοποιήθηκε στην Κολομβία κατά τίς δεκαετίες του 50, του 60 και του 70 για να περιγράψει το μουσικό ρεύμα της εποχής που ενορχηστρωνε παραδοσιακούς κολομβιάνικους ρυθμούς (cumbia, porro κ. λ. π. ) στο φορμά της μεγάλης χορευτικής ορχήστρας, με επιρροές απο το mambo και την κουβανέζικη μουσική.

Negro (νέγρο): Το άτομο με αμιγώς μαύρη (αφρικανική) φυλετική καταγωγή.

Niche (νίτσε): Αργκοτικό συνώνυμο του negro σε πολλές λατινοαμερικάνικες χώρες.

Nueva Trova (Νουέβα Τρόβα): Μουσικό είδος που γεννήθηκε στην Κούβα κατά την δεκαετία του 1970 ως μια εξέλιξη της παραδοσιακής Trova. Οι καλλιτέχνες της Nueva Trova έδωσαν πολύ μεγάλη έμφαση στον στίχο και κυρίως, στην πολιτική θεματολογία που συνήθως εκθείαζε τις πολιτικές ιδέες του προέδρου της Κούβας, Fidel Castro.

Numero (νούμερο): Το μουσικό κομμάτι. Το τραγούδι.

Nuyorican (νουγιορίκαν ή νιουγιορίκαν): Ο πορτορικανός που έχει γεννηθεί ή μεγαλώσει στη Νέα Υόρκη. Στην αμερικάνικη μεγαλούπολη ζούν σχεδόν δύο εκατομμύρια άτομα πορτορικάνικης καταγωγής.

Okonkolo (οκόνκολο): Το μικρότερο απο τα τρία τύμπανα bata.

Orale ! (όραλε !): Κάτι σαν το δικό μας «εβίβα !», που ακούγεται συχνά στίς ηχογραφήσεις της λαϊκής μεξικάνικης μουσικής.

Orisha (ορίσα): «Θεότητα» στην γλώσσα των Yoruba της Δυτικής Αφρικής. Η λέξη χρησιμοποιείται στην Κούβα (στην Santeria) και στην Βραζιλία (στο Candomble) με την ίδια σημασία. Γράφεται και Orisa, Oricha ή Orixa.

Oriente (Οριέντε): Η ανατολική Κούβα που περιλαμβάνει τίς επαρχίες Holguin, Santiago de Cuba, Granma και Guantanamo. Σημαντικά μουσικά είδη, όπως το Son και το Bolero, ξεκίνησαν απο εκεί.

Orquesta (ορκέστα): Η κλασική λατινοαμερικάνικη ορχήστρα, που περιλαμβάνει πλήρες σετ κρουστών (συνήθως congas, bongos και timbales), μπάσο, πιάνο και διάφορα πνευστά, όπως τρομπέτες, τρομπόνια και ενίοτε σαξόφωνα.

Pachanga (πατσάνγκα): Είδος ρυθμού που έγινε εφήμερα της μόδας στα τέλη της δεκαετίας του 50 και στις αρχές του 60, με κουβανέζικη προέλευση. Παιζόταν κυρίως από ορχήστρες charanga και συνόδευε το ομώνυμο στύλ χορού.

Pachucos (πατσούκος) : Μεξικάνικης καταγωγής κάτοικοι της Καλιφόρνια που, κυρίως στην δεκαετία του 40, ντύνονταν με συγκεκριμένο τρόπο (φαρδιά κοστούμια - "zoot suits"), άκουγαν jazz και mambo, μιλούσαν την αργκοτική διάλεκτο calo και ζούσαν μια μάλλον ελευθεριάζουσα και εκκεντρική ζωή.

Pachuco boogie (πατσούκο μπούγκι): Χαρακτηριστική μουσική, με στοιχεία boogie, jazz και mambo, που έπαιζαν οι pachucos μουσικοί κατα την δεκαετία του 40 στην Καλιφόρνια.

Paila (πάιλα): Στην Κούβα έτσι λέγονται οι timbales και κυρίως οι παλιότερες, που ήταν μικρότερου μεγέθους και κάπως ερασιτεχνικής κατασκευής σε σχέση με τις σημερινές.

Palenque (παλένκε): α) Ετσι ονομάζονταν τα χωριά και οι οικισμοί που έστηναν στα βουνά και τίς ζούγκλες της Λατινικής Αμερικής οι αφρικανοί σκλάβοι που το έσκαγαν απο τους λευκούς ιδιοκτήτες τους. β) Ομώνυμος αρχαιολογικός τόπος του Μεξικού με κτίσματα των Μάγιας.

Palitos (παλίτος): Οι μπακέτες, ενίοτε ρουστίκ, με τίς οποίες ο μουσικός παίζει ένα συγκεκριμένο ρυθμικό σχήμα πάνω σε μία ξύλινη επιφάνεια ή στο πλάι ενός τυμπάνου σε διάφορα παραδοσιακά αφρο – κουβανέζικα στύλ.

Palladium (Παλέϊντιουμ): Το πιο διάσημο latin κλάμπ όλων των εποχών στη Νέα Υόρκη, όπου κατά την δεκαετία του 50 κι ως τα μέσα του 60 έπαιζαν οι πιο διάσημες ορχήστρες της πόλης (Tito Puente, Machito, Tito Rodriguez, Joe Loco, Joe Cuba κ. α.). Ηταν γνωστό και ως «Το Σπίτι του Mambo», γιατί αυτό το είδος μουσικής και χορού ταυτίστηκε ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο κλάμπ.

Palo (πάλο): α) Φολκλορικό μουσικό είδος της Δομηνικανής Δημοκρατίας, με αφρικάνικη καταγωγή και θρησκευτικό χαρακτήρα. β) Αφρο – κουβανέζικος θρησκευτικός ρυθμός που παίζεται στις τελετές του Palo Monte.

Palo Monte (Πάλο Μόντε): Θρησκευτικό σύστημα της Κούβας με καταγωγή απο την κουλτούρα των Bantu της κεντρικής Αφρικής και εμβόλιμα καθολικά και πνευματιστικά στοιχεία. Δίνει έμφαση στη μαγεία και στην χειραγώγηση των πνευμάτων των νεκρών.

Pana (πάνα): Συνηθισμένη φράση οικειότητας σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, που σημαίνει «φίλε».

Pandereta (παντερέτα): Είδος τυμπάνου, συγγενές του ντεφιού, που χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή plena του Πουέρτο Ρίκο.

Parranda (παράντα): Λέξη που χρησιμοποιείται στη Λατινική Αμερική με την έννοια της γιορτής και του γλεντιού.

Pasta (πάστα): Ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο στη Λατινική Αμερική ονομάζονται οι δίσκοι βινυλίου.

Perico (περίκο): Κυριολεκτικά, ο παπαγάλος. Στη λατινοαμερικάνικη αργκό, η κοκαϊνη.

Perico Ripia’o (περίκο ριπιάο): Υποείδος της παραδοσιακής merengue, που παίζεται κυρίως στην επαρχία της Δομηνικανής Δημοκρατίας.

Perreo (περέο): Αυτολεξεί, «σκυλίσιο». Το άλλο όνομα του Reggaeton στο Πουέρτο Ρίκο.

Pilon (πιλόν): Εφήμερη ρυθμική και χορευτική απο την Κούβα που έκανε κάποια επιτυχία στα μέσα της δεκαετίας του 60. Ο χορός του μιμείτο την κίνηση που κάνουμε με το γουδοχέρι.

Platanal (πλατανάλ): Ο αγρός όπου καλλιεργούνται μπανανιές.

Plena (πλένα): Παραδοσιακό μουσικό είδος του Πουέρτο Ρίκο, με αφρο – ισπανική καταγωγή και στιχουργικό περιεχόμενο που σχολιάζει ή διαλαλεί τα νέα, την επικαιρότητα και μικρές καθημερινές ιστορίες. Παραδοσιακά συνοδεύεται κυρίως απο κρουστά αλλά σήμερα παίζεται κυρίως απο κανονικές ορχήστρες.

Pregon (πρεγόν): α) Το ιδιότυπο τραγούδι με το οποίο οι πλανώδιοι πωλητές διαλαλούσαν τήν πραμάτεια τους τα παλιότερα χρόνια στη Λατινική Αμερική. β) Ο αυτοσχεδιασμός του τραγουδιστή της salsa και του son στο μέρος του montuno (άρα, συνώνυμο του soneο).

Quechua (κέτσουα) : Γλώσσα που μιλιέται ακόμα και σήμερα σε εκτεταμένες περιοχές των Ανδεων, απο τους απογόνους της αρχαίας αυτοκρατορίας των 'Ινκας.

Quena (κένα): Ινδιάνικη φλογέρα, με σημαντικό ρόλο στις μουσικές της ζώνης των Ανδεων.

Quijada (κιχάδα): Στην πραγματικότητα, το κόκκαλο της γνάθου απο γαϊδούρι, που όταν ο μουσικός το χτυπά με το χέρι κάνει τα δόντια να δονούνται και να παράγουν ήχο σείστρου. Αυτοσχέδιο όργανο που χρησιμοποιήθηκε παλιότερα απο τους μαύρους πληθυσμούς διάφορων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Η χρήση του σήμερα διατηρείται κυρίως στο Περού.

Quinto (κίντο): Το μικρότερο και πιο ψηλά σε τονικότητα τύμπανο, που αυτοσχεδιάζει διαρκώς στα στύλ της παραδοσιακης Rumba. Απο το παίξιμο του quinto έχει προέλθει ένα σημαντικό μέρος της σολιστικής φρασεολογίας των κρουστών της Salsa.

Quisqueya (Κισκέγια): Το αυθεντικό ινδιάνικο όνομα της γής που σήμερα λέγεται Δομηνικανή Δημοκρατία. Χρησιμοποιείται περιστασιακά στα τραγούδια. Γράφεται και “Quisquella”.

Quitipla (κιτιπλά): Είδος κρουστού μουσικού οργάνου, που δέν είναι παρά ένας χοντρός κύλινδρος απο καλάμι μπαμπού, τον οποίο ο μουσικός κτυπά στο έδαφος, σκεπάζοντας ή αφήνοντας ανοιχτό με την παλάμη του το πάνω μέρος του (κούφιου) κυλίνδρου, με αποτέλεσμα το όργανο να παράγει διαφορετικές νότες. Τα quitiplas παίζονται απο τους μαύρους της Βενεζουέλας (κυρίως της περιοχής του Barlovento), συνήθως σε γκρούπ των τριών οργάνων.

Ranchera (ραντσέρα): Είδος ρομαντικού τραγουδιού του Μεξικού, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική στις δεκαετίας του 40, του 50 και του 60. Πήρε αυτό το όνομα απο τις μεξικάνικες κινηματογραφικές ταινίες της εποχής, όπου οι πρωταγωνιστές – τραγουδιστές έπαιζαν συνήθως εξιδανικευμένους χαρακτήρες ευγενών «φάρμερς» (rancheros).

Redoblante (ρεδομπλάντε): Το τύμπανο που γνωρίζουμε ως «ταμπούρο» (στην σύγχρονη μουσική ορολογία) , το οποίο πήγε στη Λατινική Αμερική με τίς ευρωπαϊκές στρατιωτικές μπάντες. Χρησιμοποιείται σε πολλές λαϊκές και παραδοσιακές μουσικές της ηπείρου.

Reggaeton (ρεγκετόν): Σύγχρονο χορευτικό είδος ισπανόφωνου hip hop, με επιρροές απο την μαύρη αμερικάνικη και την τζαμαϊκάνικη μουσική και στιχουργικό περιεχόμενο που συχνά παραπέμπει σε περιθωριακές νοοτροπίες, καθώς και στην ζωή των ένοπλων συμμοριών των μεγαλουπόλεων. Αν και ξεκίνησε απο τον Παναμά, σήμερα παράγεται σε συντριπτικό ποσοστό στο Πουέρτο Ρίκο.

Rhumba (ρούμπα): Το όνομα αυτό δόθηκε στην πρώτη, εφήμερη αλλά σημαντική, μουσικοχορευτική μόδα περί την κουβανέζικη μουσική στις Η. Π. Α. και τον υπόλοιπο κόσμο κατά την δεκαετία του 1930. Αν και η μουσική που κυρίως παιζόταν και χορευόταν στην διάρκεια της μόδας αυτής ήταν κυρίως Son, η αμερικάνικη κινηματογραφική και δισκογραφική βιομηχανία την βάφτισε rhumba (με αυτή την ορθογραφία) για λόγους περαιτέρω «εξωτισμού».

Rueda de Casino(ρουέδα ντε κασίνο): Αυτοσχέδια χορογραφία στα πλαίσια του κουβανέζικου χορού casino, στην διάρκεια της οποίας τα ζευγάρια σχηματίζουν έναν κύκλο («ρόδα» όπως λέει και το όνομα του) και, έχοντας έναν «αρχηγό» που δίνει παραγγέλματα, κάνουν χορευτικές φιγούρες περνώντας τίς ντάμες απο τον ένα καβαλιέρο στον άλλο , συνήθως με κυκλική φορά.

Rumba (ρούμπα): α) Οικογένεια ρυθμών και αντίστοιχων χορών απο την Κούβα, που αναπτύχθηκε κυρίως στην Αβάνα και το Matanzas απο τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα και εξακολουθεί να «ανήκει» σχεδόν αποκλειστικά στη λαϊκή κουλτούρα του μαύρου πληθυσμού των αστικών κέντρων. Καθώς οι ρυθμοί της rumba έχουν ισχυρότατη αφρικανική επιρροή, όλα της τα είδη παίζονται απο γκρούπ κρουστών (congas, claves, palitos, chekere) και τραγουδιστών (πρώτος τραγουδιστής και coro), ενώ τα επιμέρους στύλ της είναι τέσσερα: Guaguanco, Columbia, Yambu, Guarapachangueo. Η rumba συνιστά μία απο τίς πιο σημαντικές μουσικοχορευτικές εκφράσεις της Κούβας. β) Η αυτοσχέδια φιέστα, συχνά στον δρόμο ή σε κάποια αυλή, όπου μαζεύονται οι rumberos της γειτονιάς για να παίξουν και να χορέψουν rumba. Γνωστή και ως rumbon (ρουμπόν).

Rumbero (ρουμπέρο): Ο μουσικός , τραγουδιστής ή χορευτής της rumba. Δεδομένου του απολύτως λαϊκού χαρακτήρα αυτής της μουσικής, οι rumberos είναι σχεδόν αποκλειστικά ερασιτέχνες (δηλαδή μή επαγγελματίες μουσικοί ή χορευτές) που ωστόσο αναγνωρίζονται ως οι ιδανικοί κι αυθεντικοί ερμηνευτές του συγκεκριμένου στύλ.

Sabor (σαμπόρ): Κυριολεκτικώς, η γεύση, η νοστιμιά. Μουσικώς, μια ευρύτατα διαδεδομένη λέξη που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ένα τραγούδι, ένα μουσικό ή μιά ορχήστρα που αναδίδει «νοστιμιά», δηλαδή έχει αυτό το «κάτι» που κεντρίζει το αυτί και το συναίσθημα του ακροατή και τον κάνει να θέλει να κουνηθεί ή να χορέψει ή , τέλος πάντων, να γουστάρει παραπάνω απ΄το κανονικό. Δυσκολομετάφραστο ομολογουμένως. Το επίθετο, επίσης σε ευρεία μουσική χρήση, είναι “sabroso”.

Salsa (σάλσα): Μουσικό στύλ που αναπτύχθηκε στη Νέα Υόρκη στις δεκαετίες του 60 και του 70, αρχικά βασισμένο κυρίως στους παλιότερους κουβανέζικους ρυθμούς (Son, Mambo, Guaracha) για να αυτονομηθεί στυλιστικά στη συνέχεια, αφομοιώνοντας στοιχεία απο την jazz, την πορτορικάνικη μουσική, την samba και την rock. Στην δεκαετία του 70 η salsa μεταβλήθηκε στο κατ΄εξοχήν soundtrack των λατινοαμερικάνικων μεγαλουπόλεων, υιοθετώντας (και στιχουργικά) μια κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία και ταυτίζοντας εαυτόν με τα κατώτερα, οικονομικώς και ταξικώς, στρώματα των λαών της Λατινικής Αμερικής.

Salsa Dura (σάλσα ντούρα): Η «σκληρή salsa», ήτοι αυτή που παίζεται στα πρότυπα των ορχηστρών της Νέας Υόρκης των αρχών της δεκαετίας του 70, με έμφαση στα κρουστά, στο επιθετικό παίξιμο και τον αυτοσχεδιασμό μουσικών και τραγουδιστών.

Salsa Romantica (σάλσα ρομάντικα): Στυλιστικό παρακλάδι που όρισε τον ήχο της Salsa στην δεκαετία του 80, συνήθως σε αργό τέμπο, με «εξευγενισμένο» ήχο, αμιγώς ερωτική θεματολογία και αισθητική επηρρεασμένη απο τις αισθηματικές μπαλάντες που έκαναν τότε θραύση στη Λατινική Αμερική. Συνώνυμα τα salsa monga, salsa erotica και salsa cama.

Sancocho (σανκότσο): Σούπα που τρώγεται με ιδιαίτερη όρεξη στις τροπικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Santeria (Σαντερία): Θρησκευτικό σύστημα της Κούβας, που διατηρεί με υψηλό βαθμό πιστότητας την παραδοσιακή θρησκεία του έθνους των Yoruba της Νιγηρίας, απ΄όπου ένας μεγάλος αριθμός σκλάβων μεταφέρθηκε στην Κούβα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Η Santeria αποτελεί σήμερα την πιθανώς δημοφιλέστερη θρησκευτική πίστη στην Κούβα κι έχει ικανό αριθμό πιστών σε χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, η Βενεζουέλα και το Μεξικό. Παλιότερα χρησιμοποιείτο εξ ίσου ο όρος Regla de Ocha (ή σκέτο Ocha), σήμερα όμως λιγότερο.

Santero (σαντέρο): Ο ιερέας της Santeria, που έχει περάσει απο τήν σχετική μύηση (“asiento” ή “kariocha”).

Sencillo (σενσίγιο): Κυριολεκτικά, το απλό. Στη μουσική γλώσσα, το single (μικρός δίσκος) ή, κάποτε, ο ίδιος ο δίσκος βινυλίου.

Septeto (σεπτέτο): Τύπος ορχήστρας του παραδοσιακού Son που περιλαμβάνει bongo, κοντρα μπάσο, maracas, claves, tres, κιθάρα και μία τρομπέτα.

Serenata (σερενάτα): Η καντάδα.

Siboney (Σιμπονέι): Ινδιάνικη εθνότητα που κατοικούσε στα νησιά της Καραϊββικής κατά την έλευση του Κολόμβου, αν και τότε πλέον σε μικρούς αριθμούς.

Siku (σίκου): Είδος χαρακτηριστικού πολύαυλου των Ανδεων, με αρκετά μεγάλος μάκρος.

Son (σον): α) Μουσικό είδος που γεννήθηκε στην ανατολική Κούβα στα τέλη του 19ου αιώνα, με αφρικάνικες και ισπανικές επιρροές σε σχεδόν απόλυτη ισορροπία. Υπήρξε εξαιρετικά σημαντικό όχι μόνο για την διαμόρφωση της χορευτικής μουσικής της Κούβας μα και την εξέλιξη της μουσικής σε χώρες της Λατινικής Αμερικής όπως η Δομηνικανή Δημοκρατία, το Πουέρτο Ρίκο, η Κολομβία, η Βενεζουέλα, ο Παναμάς κ. α. β) Ονομα διάφορων παραδοσιακών μουσικών στύλ (Son Huasteco, Son Jarocho κ. λ. π. ) του Μεξικού.

Son montuno (σον μοντούνο): Υποείδος του son σε μεσαίο προς αργό τέμπο και μεγάλα διαστήματα όπου ο τραγουδιστής ή κάποιος μουσικός αυτοσχεδιάζουν (άρα, με έμφαση στο μέρος του montuno). Το εισήγαγε ο κουβανός κιθαρίστας και συνθέτης Arsenio Rodriguez στην δεκαετία του 30 κι αποτέλεσε σημαντική επιρροή στην Salsa.

Soneo (σονέο): Το αυτοσχεδιαστικό μέρος του τραγουδιστή του Son ή της Salsa στο μέρος της ενορχήστρωσης που λέγεται montuno.

Sonero (σονέρο): α) Ο τραγουδιστής του Son. β) Ο τραγουδιστής της Salsa με σημαντικές αυτοσχεδιαστικές ικανότητες.

Songo (σόνγκο): Μουσικό και ρυθμικό στύλ που δημιουργήθηκε στήν Κούβα στα τέλη της δεκαετίας του 60 και εισήγαγε στοιχεία απο την rock, την funk και την pop στο παραδοσιακό κουβανέζικο son. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του Songo υπήρξαν οι Los Van Van , όπου έπαιζαν οι δύο μουσικοί που είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία του στύλ (ο ντράμερ και περκασιονίστας Jose Luis Quintana “Changuito” και ο μπασίστας και αρχηγός του γκρούπ Juan Formell).

Sonidero (σονιδέρο) : Είδος υπαίθριου πάρτυ σε δρόμους ή πλατείες, συνήθως σε φτωχογειτονιές των barrios, που έχει εξελιχθεί σε μαζική μόδα στην Πόλη του Μεξικού. Στα sonideros οι DJ παίζουν σχεδόν αποκλειστικά cumbia, με ό,τι απομένει να καταλαμβάνεται απο salsa και παλιά mambos.

Sonora (σονόρα): Τύπος ορχήστρας μεσαίου μεγέθους, που συνήθως περιλαμβάνει congas, μπάσο, timbales, πιάνο, maracas, ενδεχομένως κιθάρα και τρείς ή τέσσερις τρομπέτες. Ιδιαίτερα δημοφιλής ήχος στην δεκαετία του 50 λόγω της επιτυχίας της κουβανέζικης ορχήστρας Sonora Matancera.

Spanglish (σπάνγκλις) : Μεικτή γλώσσα, με ανάκατες ισπανικές και αγγλικές λέξεις, που μιλούν οι ισπανόφωνοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, κυρίως στη Νέα Υόρκη.

Spik (σπικ): Ορος με τον οποίο οι λευκοί κάτοικοι της Νέας Υόρκης αναφέρονταν περιφρονητικά (και αρκούντως ρατσιστικά) στους ισπανόφωνους πολίτες και κυρίως τους πορτορικανούς. Η λέξη έρχεται μάλλον απο μια συγκεκριμένη μάρκα φτηνούκαλλυντικού ή σαπουνιού που οι λατίνοι αγόραζαν ομαδόν στίς δεκαετίες του 40 και του 50.

Taino (Ταϊνο): Ιθαγενής εθνότητα των νησιών της Καραϊββικής, που ήταν η πολυπληθέστερη και πολιτιστικά κυρίαρχη την εποχή της άφιξης των Ισπανών. Οι Tainos εξολοθρεύτηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στον πρώτο αιώνα της κατάκτησης απο τους Ισπανούς. Αναφέρονται και με το όνομα Arawak (Αραγουάκ).

Tajona (ταχόνα): α) Φολκλορικό γκρούπ μουσικών και χορευτών, των οποίων η μουσική κι ο χορός περιστρέφεται γύρω απο ένα γαϊτανάκι. Πρόκειται για έθιμο της ανατολικής Κούβας. β) Ο ομώνυμος ρυθμός που παίζουν τα τύμπανα κατά το συγκεκριμένο δρώμενο.

Tambor(ταμπόρ): α) Το τύμπανο γενικώς, στην ισπανική γλώσσα. β) Στην Κούβα, η τελετή της θρησκείας Santeria όπου παίζονται τα τύμπανα bata, συμμετέχει ένας αριθμός πιστών που χορεύουν και τραγουδούν (συνήθως coro) και συχνά παρουσιάζονται φαινόμενα καταληψίας πιστών απο αυτό που θεωρείται πώς είναι οι ίδιες οι θεότητες της θρησκείας.

Tambor de muerto (ταμπόρ ντε μουέρτο): Είδος τελετής της santeria προς τιμήν ενός νεκρού santero, με ειδικά τραγούδια ερμητικού χαρακτήρα συνοδεία των τυμπάνων bata.

Tambora (ταμπόρα): α) Γενικός όρος που περιγράφει διάφορα λατινοαμερικάνικα κρουστά που προέρχονται απο τα μεσαίου μεγέθους τύμπανα των στρατιωτικών ορχηστρών της εποχής της αποκιοκρατίας. β) Το βασικό τύμπανο της παραδοσιακής merengue. γ) Το μπάσο τύμπανο στην παραδοσιακή cumbia. Ολες οι tamboras παίζονται με μπακέτες.

Tamborera (ταμπορέρα): Μουσικό στύλ με ιδιαίτερη έμφαση στα κρουστά και στον γρήγορο ρυθμό που παίζεται στην Βενεζουέλα.

Tamborito (ταμπορίτο): Παραδοσιακό μουσικό και χορευτικό είδος, με αφρικάνικα στοιχεία, του Παναμά.

Tanga (τάνγκα): Στην αργκό των λατίνων της Νέας Υόρκης και της Καραϊββικής, η μαριχουάνα.

Tango (τάνγκο): Μουσικό και χορευτικό είδος απο την Αργεντινή, με απώτατες ρίζες στην κουβανέζικη habanera. Ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα για να γίνει μιά από τίς σπουδαιότερες (και δημοφιλέστερες παγκοσμίως) εκφράσεις της ισπανόφωνης μουσικής και χορευτικής κουλτούρας.

Tango Nuevo (τάνγκο νουέβο): Στυλιστικό παρακλάδι του tango με μεγαλύτερη έμφαση στην σύνθεση και την αφομοίωση στοιχείων απο την jazz και την κλασική μουσική παρά στον χορό. Κυριώτερος εκπρόσωπος του είναι ο Astor Piazzola.

Technocumbia (τεκνοκούμπια): Μουσικό υβρίδιο πάνω στον βασικό ρυθμό της κολομβιάνικης cumbia, με έντονη χρήση (φτηνών) συνθεσάϊζερ και ηλεκτρικών οργάνων. Δημοφιλές κυρίως στο Περού. Εμφανής η επιρροή απο την διεθνή χορευτική μόδα της εποχής με ηλεκτρονικό ήχο (Techno).

Technomerengue (τεκνομερένγκε): Εφήμερο μουσικό υβρίδιο της δεκαετίας του 90, που συνδύαζε τον ρυθμό της merengue με rap στα ισπανικά. Συνώνυμος ο όρος merenrap. Και εδώ εμφανής η επιρροή απο τη μουσική techno.

Tema (τέμα): Το θέμα. Στη μουσική γλώσσα, το μουσικό κομμάτι.

Tico (τίκο) : Ο άνθρωπος απο την (χώρα της Κεντρικής Αμερικής) Κόστα Ρίκα.

Timba (τίμπα): α) Σύγχρονο χορευτικό είδος της Κούβας, που συνδυάζει στοιχεία απο salsa, αφρο – κουβανέζικη παραδοσιακή μουσική, funk και hip hop. β) Στο Πουέρτο Ρίκο, (και) έτσι λέγεται η conga.

Timbales (τιμπάλες): Σέτ δύο μεταλικών τυμπάνων πάνω σε μιά βάση, με τον μουσικό να παίζει όρθιος με μπακέτες. Στην εμφάνιση μοιάζουν με το ταμπούρο, όμως η καταγωγή τους είναι απο τα τυμπάνια των ευρωπαϊκών κλασικών ορχηστρών του 19ου αιώνα. Οι timbales αναδείχθηκαν μέσα απο την κουβανέζικη charanga και σήμερα χρησιμοποιούνται σε όλες τις salsa ορχήστρες, καθώς και στην pop αμερικάνικη μουσική.

Tipico (τίπικο): Γενικός όρος που περιγράφει όλα τα μουσικά στύλ (ή τον τρόπο ενορχήστρωσης και ερμηνείας) που παραπέμπουν στην «παλιά μουσική» και κυρίως, την χορευτική κουβανέζικη μουσική των δεκαετιών του 40 και του 50.

Trabuco (τραμπούκο) : Η συμμορία. Εχει χρησιμοποιηθεί αρκετά ως όνομα λατινοαμερικάνικων συγκροτημάτων (π.χ. El Trabuco Venezolano, Manolito y su Trabuco κ.α.).

Tres dos (τρες ντος) : Το μεσαίο (σε τόνο και μέγεθος) τύμπανο της αφρο-κουβανέζικης rumba. Λέγεται και tres golpes.

Trio (τρίο): Ιδιαίτερα δημοφιλής τύπος μικρού γκρούπ, συνήθως με συνοδεία κιθάρας, maracas και δύο ή τριών φωνών σε ωραίες αρμονίες. Τα trios παίζουν αποκλειστικά boleros και ρομαντική μουσική. Το στύλ αυτό γνώρισε τεράστια διεθνή επιτυχία στίς δεκαετίες του 50 και του 60, κυρίως λόγω του περίφημου trio Los Panchos.

Tres (τρές): Είδος κουβανέζικης κιθάρας με τρείς διπλές χορδές, που αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό όργανο του κουβανέζικου Son και απο την τεχνοτροπία του έχει επηρρεαστεί ιδιαίτερα το παίξιμο του πιάνου στην κουβανέζικη χορευτική μουσική και ακολούθως, στην salsa.

Trova (τρόβα): Είδος ρομαντικής λαϊκής μουσικής που αναπτύχθηκε στα φτωχά στρώματα του πληθυσμού του Santiago de Cuba κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, απο τους (συνήθως ερασιτέχνες μουσικούς) trovadores – τροβαδούρους. Απο την Trova γεννήθηκε το Bolero.

Tumba francesa (τούμπα φρανσέσα): α) Είδος σωματείου ή λέσχης που ήταν πολύ διαδεδομένο στην ανατολική Κούβα κατά την αποικιακή περίοδο, και ως μέλη είχε μαύρους με αϊτινή καταγωγή. Μέσα απο τις tumbas francesas επέζησε μια ιδιότυπη γαλλο-αϊτινο-κουβανική κουλτούρα, με δικά της έθιμα, μουσική και χορούς. O όρος σημαίνει, επακριβώς, "γαλλικό τύμπανο". Σήμερα στην Κούβα έχουν απομείνει μόνο δύο tumbas francesas (μία στο Santiago de Cuba και μία στο Guantanamo). β) Η οικογένεια των ρυθμών που παίζονται στις εκδηλώσεις των tumbas francesas, με προφανή αφρο-αϊτινή προέλευση.

Tumbao (τουμπάο): α) Ο βασικός ρυθμός της salsa και πολλών κουβανέζικων ρυθμών στίς congas. Συνώνυμα: Mazacote, marcha. β) Το βασικό ρυθμικό σχήμα του μπάσου στήν salsa.

Tumbadora (τουμπαδόρα): α) Το μεγαλύτερο και πιο μπάσο απο τά τύμπανα (congas) της rumba. Λέγεται και σκέτο tumba. β) H conga γενικώς (ως όργανο) στην κουβανέζικη μουσική διάλεκτο.

Vacunao (βακουνάο): Χαρακτηριστική κίνηση της λεκάνης με σαφέστατο σεξουαλικό υποννοούμενο που εκτελεί σε συγκεκριμένες στιγμές του χορού ο χορευτής του guaguanco (είδος κουβανέζικης rumba) προς τη ντάμα του, η οποία οφείλει να «καλυφθεί» σχεδόν συγχρόνως με μια συγκεκριμένη κίνηση. Είναι το αποκορύφωμα του ερωτικού παιχνιδιού αυτού του είδους rumba.

Vallenato (βαγιενάτο): Μουσικό είδος της Κολομβίας με αφρο – ισπανική καταγωγή. Ξεκίνησε ως αφηγηματικό είδος που τραγουδούσαν πλανόδιοι μουσικοί διαλαλώντας τίς ιστορίες και τα νέα απο τίς διάφορες επαρχίες στην περιοχή του Valledupar, απ΄όπου και το όνομα του είδους. Στο σύγχρονο vallenato κυριαρχεί ο ήχος του ακορντεόν και είναι ένα απο τα δημοφιλέστερα κολομβιάνικα μουσικά είδη παγκοσμίως. Εχει τέσσερα επί μέρους στύλ: Το son, το paseo, το merengue και την puya.

Vals (βάλς): Η λατινοαμερικάνικη εκδοχή του γνωστότατου κεντροευρωπαϊκού μουσικού είδους, που εξακολουθεί να παίζεται και ν΄ακούγεται σήμερα ως ένα κατ΄εξοχήν νοσταλγικό και ρομαντικό ιδίωμα, κυρίως στο Περού, την Αργεντινή, τη Βενεζουέλα και το Μεξικό. Το λατινοαμερικάνικο vals συνήθως περιέχει τραγούδι (σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό).

Villancico (βιγιανσίκο): α) Τύπος ισπανικού αναγεννησιακού θρησκευτικού τραγουδιού με λαϊκή απήχηση που επηρρέασε σημαντική την πρώιμη μουσουργία της Λατινικής Αμερικής. β) Σήμερα, συλλήβδην τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια (κάλαντα).

Violin (βιολίν): Κυριολεκτικώς, το βιολί. Στην φολκλορική ορολογία της Κούβας είναι ένα ιδιαίτερο είδος τελετής με μουσική, που αφορά κυρίως τον πνευματισμό (espiritismo).

Vodu (βοντού): Η αϊτινή θρησκεία του Vodou ή Vudu ή Vodun,όπως διατηρείται σήμερα στην ανατολική Κούβα απο τους απόγονους των αϊτινών μεταναστών στην περιοχή. Επίσης, τελετουργικός ρυθμός απο τα δρώμενα της ίδιας θρησκείας.

Yambu (γιαμπού): Το πιο παλιό απο τα είδη της ρυθμικής οικογένειας της κουβανέζικης rumba. Μουσικά μοιάζει με το guaguanco αλλά παίζεται αποκλειστικά σε πολύ αργό τέμπο και οι χορευτές, που συχνά είναι ηλικιωμένοι, κινούνται με αργές και κομψές κινήσεις, χωρίς ο χορός τους να έχει ερωτικό χαρακτήρα. Η yambu παίζεται συχνά με τα cajones (ξύλινα κουτιά). Σήμερα τελεί σχεδόν υπό εξαφάνιση.

Yoruba (Γιορούμπα ή Γιορουμπά): Εθνική ομάδα της δυτικής Αφρικής που σήμερα κατοικεί στη Νιγηρία, σε μέρος του Μπενίν και μέρος του Τόγκο. Υπήρξε ένα απο τα πιο πολιτισμένα και αστικοποιημένα έθνη της Αφρικής, που παρήκμασε μετά τον 16ο αιώνα απο τους συνεχείς πολέμους και την δημογραφική αιμοραγία του δουλεμπορίου. Σημαντικό μέρος της παραδοσιακής κουλτούρας (θρησκείας, γλώσσας, μουσικής) των Yoruba διατηρείται σήμερα στην Κούβα και την Βραζιλία.

Yuka (γιούκα) : Είδος μουσικής και χορού με λαϊκό (μη θρησκευτικό) χαρακτήρα και καταγωγή την Κεντρική Αφρική, όπως ονομάζεται στην Κούβα. Υπήρξε απο τους δημοφιλέστερους χορούς των σκλάβων του 19ου αιώνα, αλλα σήμερα επιζεί (μετά βίας) μόνο στην περιοχή του Pinar del Rio.

Zamba (Σάμπα): Μουσικό είδος της Αργεντινής, με καταβολές στο φολκόρ των αγροτικών περιοχών της χώρας.

Zampona (σαμπόνια): Είδος πολύαυλου που χρησιμοποιείται σε όλο σχεδόν το φάσμα των μουσικών στύλ των Ανδεων.

Zapateo (σαπατέο): Ο χαρακτηριστικός χορός με τα τακούνια της Ισπανίας, που υιοθετήθηκε απο μουσικά είδη με ευρωπαϊκή κυρίως καταγωγή, σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Zarzuela (σαρσουέλα) : Είδος μουσικού θεάτρου λυρικού χαρακτήρα, που στην Ελλάδα έχει ως αντίστοιχο την οπερέττα. Η zarzuela είναι αμιγώς ισπανικής προέλευσης, όμως στην Κούβα απέκτησε τέτοια δημοφιλία ώστε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε το τοπικό υποείδος της, που είναι γνωστό ως zarzuela cubana. Σε αντίθεση με την κυρίως ειπείν όπερα, η zarzuela έχει πιο ελαφρύ και λαϊκό χαρακτήρα, ενώ παραδοσιακά και λαϊκά μουσικά στύλ αποτέλεσαν συχνά πηγή έμπνευσης των συνθετών (κυρίως στην Κούβα). Η απώτερη καταγωγή της zarzuela, πάντως, παραπέμπει στην ιταλική comedia de'l arte.

Zurdo (σούρδο): Κυριολεκτικώς, ο αριστερόχειρας. Στη latin μουσική διάλεκτο, ενίοτε αποκαλείται έτσι ο κακός μουσικός ή ο αδέξιος χορευτής.


Προηγούμενη σελίδα


Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN