Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 23/11/2017
latinmusic category

Σελίδα 2 από 3


Corrido (κορίδο): Μουσικό κι έντονα αφηγηματικό είδος απο το βόρειο Μεξικό, που διαμορφώθηκε κυρίως στη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης του Pancho Villa (αρχές του 20ου αιώνα). Σήμερα, ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της μουσικής είναι το λεγόμενο narcocorrido (ναρκοκορίδο), οι στίχοι του οποίου συνήθως εξυμνούν τις πράξεις των βαρώνων των ναρκωτικών και των γκάνγκστερς.

Cortavenas (κορταβένας): Αυτολεξεί , «κοψοφλεβικό». Ετσι λέγονται μερικές φορές στην λαϊκή γλώσσα τα ιδιαίτερα δραματικά, υπερ – συναισθηματικά και σπαραξικάρδια ερωτικά τραγούδια, κυρίως boleros και μπαλάντες .

Costa (κόστα): Κυριολεκτικώς, η ακτή. Εν προκειμένω, η ακτή της Καραϊββικής της Κολομβίας, απ΄όπου έρχεται μια συγκεκριμένη μουσική και καλλιτεχνική κουλτούρα, εκφραζόμενη εξ ίσου απο την cumbia, το vallenato και τον συγγραφέα Gabriel Garcia Marquez.

Criollo (κριόγιο): Ο κρεολός. Στη Λατινική Αμερική (απ΄όπου στην πραγματικότητα ο όρος προέρχεται) κατά τους αποικιακούς αιώνες λέγονταν έτσι τα άτομα ισπανικής καταγωγής, που όμως είχαν γεννηθεί στην Αμερική κι όχι στην Ισπανία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο όρος χαρακτήριζε και τους μαύρους που είχαν, ομοίως, γεννηθεί στο Νέο Κόσμο κι όχι στην Αφρική. Στην αυθεντική σημασία της, η λέξη έχει γεωγραφικό και πολιτιστικό, αλλά όχι φυλετικό χαρακτήρα.

Cruzado (κρουσάδο): Στη μουσική γλώσσα, ο μουσικός ή το μουσικό κομμάτι ή ένα σημείο της ενορχήστρωσης που βρίσκονται σε λάθος σχέση με το clave.

Cuatro (κουάτρο) : Είδος μικρής κιθάρας με τέσσερις διπλές χορδές, χαρακτηριστικό της παραδοσιακής μουσικής του Πουέρτο Ρίκο και, σε λίγο διαφορετική βερσιόν, της Βενεζουέλας.

Cubop (κουμπόπ): Μουσικό υβρίδιο της δεκαετίας του 50 στίς Η. Π. Α. , με jazz (be bop) αρμονία και φρασεολογία και ρυθμική συνοδεία απο κουβανέζικα κρουστά (congas και bongos). Σχεδόν όλοι οι μουσικοί που έπαιξαν cubop ήταν μαύροι αμερικάνοι jazzmen.

Cuerda (κουέρδα) : Στα ισπανικά, είναι η χορδή. Με αυτή την λέξη ονομάζουν στην Ουρουγουάη το σέτ των τριών τυμπάνων που παίζονται στο αφρο-ουρουγουανό είδος Candombe. Μια cuerda αποτελείται απο τρία τύμπανα ως προς το μέγεθος, τον τύπο και τον μουσικό τους ρόλο, ωστόσο κάθε τύπος τυμπάνου μπορεί να παίζεται απο περισσότερους του ενός μουσικού (δηλαδή να υπάρχουν συγχρόνως πέντε τύμπανα ενός τύπου, πέντε του δεύτερου κ.λ.π.). Ετσι, ο συνολικός αριθμός οργάνων και τυμπανιστών μιας cuerda μπορεί να φτάσει τις αρκετές δεκάδες, όμως η βασική μονάδα της cuerda εννοείται πως απαρτίζεται απο τα βασικά τρία.

Cuero (κουέρο): Κυριολεκτικώς, το δέρμα, το πετσί. Στην γλώσσα της λατινοαμερικανικής μουσικής, το πετσί που αποτελεί την επιφάνεια του τυμπάνου και επαγωγικώς, το ίδιο το τύμπανο.

Cumaco (κουμάκο): Είδος τυμπάνων και της αντίστοιχης μουσικής που παίζεται με αυτά, απο την Βενεζουέλα. Τα cumacos παίζονται σε συγκεκριμένες λαϊκές θρησκευτικές γιορτές και η καταγωγή τους είναι απο την Αφρική.

Cumbia (κούμπια) : Μουσικό είδος (και αντίστοιχος χορός) με μεικτή αφρο – ινδιανο – ευρωπαϊκή καταγωγή . Είναι ο πιο χαρακτηριστικός ρυθμός της Κολομβίας και σήμερα, παίζεται και ακούγεται σε μεγάλο μέρος της κεντρικής και νότιας Αμερικής.

Cununo (κουνούνο): Είδος τυμπάνου που χρησιμοποιείται σε αρκετά στύλ της αφρο – κολομβιάνικης μουσικής, καθώς και στην cumbia.

Currulao (κουρουλάο) : Μουσικό είδος της ακτής του Ειρηνικού της Κολομβίας, με ιδιαίτερα έντονα αφρικάνικα χαρακτηριστικά.

Cha cha cha (τσα τσα τσα) : Είδος μουσικής και χορού απο την Κούβα. Το πρώτο cha cha cha συντέθηκε το 1951 .

Champeta (τσαμπέτα): Μουσικό στύλ που ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα στην βόρεια ακτή της Κολομβίας (Καραϊββική), μέσα απο τον μαύρο πληθυσμό της περιοχής. Η champeta δέν είναι ένα μουσικό είδος με την απολύτως τυπική έννοια, καθώς παίζεται σε υπαίθρια πάρτυ όπου στήνονται τεράστια ηχητικά συστήματα ("pico" - πικό - εκ του αγγλικού pick up) και ενόσω ο DJ παίζει και μιξάρει δίσκους σύγχρονης αφρικάνικης pop, κυρίως απο το Ζαϊρ και τη Νιγηρία (ή χρησιμοποιεί αντίστοιχα samples), ο "τραγουδιστής" με το μικρόφωνο στο χέρι ραπάρει ή τραγουδάει μικρές φράσεις. Επίσης, μιλάει ανάμεσα στα κομμάτια, συχνά για αρκετή ώρα. Η champeta παραμένει δημοφιλέστατη στη συγκεκριμένη περιοχή της Κολομβίας. Παλαιότερο συνώνυμο, η λέξη "terapia" (τεράπια), δηλαδή "θεραπεία".

Chande (τσαντέ): Αφρο – κολομβιάνικο μουσικό στύλ και χορός που παίζεται κυρίως την περίοδο του καρναβαλιού στην ακτή της Καραϊββικής της Κολομβίας. Είναι γνωστό και με το όνομα garabato (γαραμπάτο).

Changui (τσανγκουί): Αρχαϊκό υποείδος son, με αγροτική προέλευση και εντονότερα αφρικάνικα στοιχεία απο το son, που παίζεται ακόμα και σήμερα στο Guantanamo της Κούβας.

Charanga (τσαράνγκα): Τύπος χορευτικής κουβανέζικης ορχήστρας, που απαρτίζεται απο 2 – 3 βιολιά, ενίοτε ένα τσέλο, κοντρα μπάσο, πιάνο, timbales, conga, guiro, το φλάουτο σε σολιστικό ρόλο και δύο ή περισσότερους τραγουδιστές που τραγουδούν στην ίδια φωνή (unisono) . Οι απαρχές της τοποθετούνται στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε ήταν γνωστή ως charanga francesa .

Charango (τσαράνγκο): Μικροσκοπικό είδος κιθάρας με πολύ χαρακτηριστικό ήχο που χρησιμοποιείται στίς μουσικές της ζώνης των Ανδεων.

Chekere (τσεκερέ) : Κρουστό όργανο που αποτελείται απο ένα άδειο κολοκύθι πάνω στο οποίο έχει προσαρμοστεί ένα πλέγμα σαν δίχτυ που φέρει χάντρες ή ξερούς σπόρους . Οταν σείεται, οι χάντρες χτυπούν πάνω στο κέλυφος του κολοκυθιού και παράγεται ο χαρακτηριστικός του ήχος. Είναι όργανο δυτικο - αφρικανικής προέλευσης.

Chevere (τσέβερε) : Αργκοτική λέξη σε ευρεία χρήση, κυρίως στην Βενεζουέλα και το Πουέρτο Ρίκο. Σημαίνει «ωραία!» ή «καλός, εντάξει τύπος» . Η λέξη, παρά ταύτα, έχει κουβανική προέλευση και σύμφωνα με τον Fernando Ortiz, η απώτερη καταγωγή της έλκεται απο το λεξιλόγιο της αδελφότητας των Abakua .

Chicano (τσικάνο) : Ο μεξικανικής καταγωγής κάτοικος της Καλιφόρνια. Ο όρος ανάγεται στην εποχή του μαζικού μεταναστευτικού κύματος των Μεξικάνων προς τις Η.Π.Α., κατα το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όπου ένας μεγάλος αριθμός απο τους πρώτους μετανάστες αποτελείτο απο Ινδιάνους των ιθαγενών καταυλισμών του βόρειου Μεξικού, οι περισσότεροι απο τους οποίους μιλούσαν λίγα ισπανικά κι αυτά με προφορά έντονα επηρρεασμένη απο τις ινδιάνικες γλώσσες (κυρίως την πολύ διαδεδομένη nahuatl). Απο τον τρόπο, λοιπόν, που πρόφεραν τήν λέξη "Μεξικανός" (mechicano - μετσικάνο αντί του σωστού mexicano - μεχικάνο) έμεινε ο όρος chicano ως προσδιοριστικός όλων των Μεξικάνων της Καλιφόρνια, αρχικά με υποτιμητικό - ρατσιστικό χαρακτήρα, αλλά απο την δεκαετία του 60 κι έπειτα, μέσω του έντονου πολιτικού ακτιβισμού και της εθνικής/πολιτιστικής υπερηφάνειας που αναδύθηκε στην μεξικάνικη μειονότητα, ως δήλωση ταυτότητας απο τους ίδιους τους chicanos.

Chicano rock (τσικάνο ροκ) : Μουσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Καλιφόρνια απο τα μέσα της δεκαετίας του 60 ως τα μέσα του 70, ισχυρά ταυτισμένο με την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης και περηφάνειας των chicanos (μεξικανικής καταγωγής καλιφορνέζων). Μουσικά, συνίστατο στην επιμειξία των αφρο-κουβανέζικων ρυθμών, της soul και της rock μουσικής. Διασημότερο γκρούπ του chicano rock ήταν, βέβαια, οι Santana.

Chicha (τσίτσα): α) Μουσικό είδος που προσαρμόζει την κολομβιάνικη cumbia στην αισθητική και την μουσική κουλτούρα των περουβιανών Ανδεων. β) Ποτό συγγενές της μπύρας που παρασκευάζεται στις ίδιες περιοχές.

Chilango (τσιλάνγκο) : Ο κάτοικος της Πόλης του Μεξικού.

Chino (τσίνο): Ο Κινέζος. Κατ΄επέκταση, το άτομο με φυλετική καταγωγή απο την Απω Ανατολή ή με συναφή φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά.

Chirimia (τσιριμία): α) Είδος παμπάλαιου ευρωπαϊκού πνευστού, που απαντάται ακόμα σήμερα σε ορισμένες περιοχές της Νότιας Αμερικής. β) Τύπος ορχήστρας πνευστών και κρουστών, τυπικός σε περιοχές της Κολομβίας και των Ανδεων.

Choco (Τσοκό) : Επαρχία της Κολομβίας, στις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού, με σχεδόν αποκλειστικά μαύρο πληθυσμό. Πολλοί σημαντικοί μουσικοί της χώρας γεννήθηκαν στην περιοχή αυτή.

Danza (ντάνσα) : Ορος που περικλείει μια σειρά απο μουσικά στύλ του 19ου αιώνα , τα οποία προήλθαν απο την ισπανική contradanza και εξελίχθηκαν ανεξάρτητα (αλλά με αρκετές ομοιότητες) σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η danza του Πουέρτο Ρίκο είναι ίσως η πιο γνωστή απο αυτές, καθώς αποτελεί ένα απο τα εθνικά μουσικά είδη του νησιού.

Danzon (ντανσόν) : To πρώτο αυθεντινά γηγενές μουσικό είδος της Κούβας, που διαφοροποιήθηκε σημαντικά απο την προγενέστερη contradanza και εισήγαγε τα πρώτα αφρικάνικα ρυθμικά στοιχεία στην ευρωπαϊκή μελωδία. Η ιστορία του ξεκινάει απο το 1879.

Danzonete (ντανσονέτε) : Υποείδος του danzon, με το ίδιο ρυθμικό και οργανικό υπόστρωμα αλλά και με την προσθήκη τραγουδιού (το κυρίως ειπείν danzon είναι instrumental είδος). Σημείωσε επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και ανέδειξε κυρίως τους τραγουδιστές Paulina Alvarez και Barbarito Diez.

Decima (ντέσιμα): Λαϊκή ποιητική – στιχουργική φόρμα με περίπλοκη δομή και καταβολές στην ευρωπαϊκή μεσαιωνική λυρική μούσα. Αποτελείται απο δέκα οκτασύλλαβους στίχους και στη Λατινική Αμερική καλλιεργείται συχνά με την φόρμα του ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Ακολουθεί το σχήμα "Α - Β - Β - Α - Α - Γ - Γ - Δ - Δ - Γ", δηλαδή ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο και τον πέμπτο, ο δεύτερος με τον τρίτο, ο έκτος με τον έβδομο και τον δέκατο και ο όγδοος με τον ένατο.

Descarga (ντεσκάργα) : Το αγγλιστί λεγόμενο “jam session”, δηλαδή η συνεύρεση μιας ομάδας μουσικών που, με βάση ένα απλό βασικό μουσικό θέμα, επιδίδονται σε σολιστικό αυτοσχεδιασμό. Ξεκίνησε απο την Κούβα στην δεκαετία του 50 και αφομοιώθηκε σε μεγάλο βαθμό απο τους μουσικούς της salsa.

Diana (ντιάνα): Η φωνητική εισαγωγή, χωρίς συγκεκριμένα λόγια αλλά με χαρακτηριστικούς βοκαλισμούς, στα τραγούδια της αφρο – κουβανικής rumba. Είναι ενδιαφέρον το ότι η diana έχει προφανέστατη ισπανική (ανδαλουσιάνικη) επιρροή.

Duelo (ντουέλο): Κυριολεκτικώς, μονομαχία , η οποία νοείται ως διαγωνισμός επί σκηνής δύο τραγουδιστών που αυτοσχεδιάζοντας, προσπαθούν νά ξεπεράσουν σε ικανότητα (κι αποδοχή) τον αντίπαλο τους. Συνηθισμένο φαινόμενο στην παλαιότερη salsa και στο son, γνωστή και ως duelo de soneros.

Duo (ντούο) : Το ντουέτο, φωνητικό ή με απλή οργανική συνοδεία (συνήθως κιθάρες). Συνηθισμένο σχήμα στην ρομαντική μουσική της Λατινικής Αμερικής περασμένων εποχών.

Ekue (έκουε): Συμβολικό τύμπανο της μυστικής αδελφότητας των Abakua που αντιμετωπίζεται κυριολεκτικά ως θεότητα. Παίζεται μόνο απο έναν συγκεκριμένο υψηλόβαθμο αξιωματούχο της αδελφότητας και πάντα πίσω απο μια πόρτα ή μια κουρτίνα, γιατί η θέαση του απο τους υπόλοιπους αποτελεί ισχυρό ταμπού.

Esquina (εσκίνα): Κυριολεκτικά, η γωνία (του δρόμου). Στους στίχους της λαϊκής λατινοαμερικάνικης μουσικής νοείται ως σημείο συνάντησης της γειτονιάς και των φίλων, αλλά και σημείο αναφοράς της «κουλτούρας του δρόμου».

Fania (Φάνια): Δισκογραφική εταιρεία που ιδρύθηκε στην δεκαετία του 60 απο τον δικηγόρο Jerry Masucci και τον μουσικό Johnny Pacheco και υπήρξε σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την διάδοση του μουσικού κινήματος της salsa, δημιουργώντας στην δεκαετία του 70 ένα ισχυρότατο δισκογραφικό μονοπώλιο χωρίς προηγούμενο στην ισπανόφωνη μουσική.

Filin (φίλιν): Γνωστό και ως feeling (απο την αγγλική λέξη), ένα μουσικό κίνημα – παρακλάδι του Bolero που αναπτύχθηκε στην Κούβα στις δεκαετίες του 40 και του 50, με επιρροές απο την Jazz.

Gaita (γάϊτα): α) Μουσικό είδος της Βενεζουέλας (κυρίως της περιοχής του Maracaibo) που παίζεται κι ακούγεται κυρίως την περίοδο των Χριστουγέννων. β) Μουσικό είδος απο την Κολομβία, συγγενές της cumbia, αλλά σε πιο γρήγορο τέμπο και με την προσθήκη δύο ινδιάνικων αυλών (gaitas).

Gallego (Γαγιέγο): α) Ο καταγόμενος απο την Γαλικία (περιοχή της Ισπανίας με δική της κουλτούρα και γλώσσα). Κατα την τελευταία περίοδο της αποικιοκρατίας και ως τον 20ο αιώνα, σε αρκετές λατινοαμερικάνικες χώρες αποκαλούνταν συλλήβδην gallegos όλοι οι Ισπανοί. β) Στη μουσική γλώσσα, κυρίως της Καραϊββικής, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ορχήστρα, έναν μουσικό, ένα τραγούδι ή μια μουσική κατάσταση απο τα οποία λείπει η ρυθμικότητα, η ζωντάνια, η χορευτική ένταση, το "sabor" κι άρα, το αποτέλεσμα ακούγεται υπερβολικά..."λευκό" !

Gallo (γάγιο): Κυριολεκτικώς, ο πετεινός. Μουσικώς, έτσι λέγεται συχνά ο πρώτος τραγουδιστής (και αυτοσχεδιαστής) στην rumba.

Gringo (γρίνγκο): Στην λατινοαμερικάνικη καθομιλουμένη, ο αμερικανός (Η. Π. Α. ) ή απλώς, ο λευκός ξένος.

Guacharaca  (γουατσαράκα): Είδος «ξύστρας» που χρησιμοποιείται στο μουσικό είδος Vallenato.

Guaguanco (γουαγουανκό): Το πιο γνωστό και δημοφιλές απο τα στύλ της αφρο – κουβανέζικης rumba, χορεύεται απο ένα ζευγάρι που αναπαριστά τίς κινήσεις του ερωτικού παιχνιδιού. Ο ρυθμός του guaguanco ακούγεται και σε πάρα πολλά τραγούδια της salsa.

Guajeo (γουαχέο): Το επαναλαμβανόμενο ρυθμικό σχήμα που παίζει το πιάνο, στο μέρος του montuno που περιλαμβάνεται σε όλες τις salsa ενορχηστρώσεις. Επίσης, το ρυθμικό σχήμα που παίζουν στο ίδιο μέρος της ενορχήστρωσης τα βιολιά στίς ορχήστρες charanga.

Guajira (γουαχίρα): Μουσικό είδος του λευκού πληθυσμού της κουβανέζικης επαρχίας, με ισχυρές παλαιο – ισπανικές καταβολές.

Guajiro (γουαχίρο): Ο (συνήθως λευκός) χωρικός της Κούβας.

Guaperia (γουαπερία): Η πλησιέστερη ελληνική έννοια είναι, αναμφίβολα, η «μαγκιά» και βέβαια, η επίδειξη της απο τους “guapos”. Στο κοινωνικό πλαίσιο, η guaperia (κατ΄εξοχήν ανδρικό γνώρισμα) συχνά έχει ως αποτέλεσμα καβγάδες, βεντέτες ή φόνους. Στή μουσική ορολογία, συνήθως σημαίνει το επιθετικό, σκληρό και δυνατό παίξιμο (ή ερμηνεία) . Τα μουσικά είδη που είναι περισσότερο συσχετισμένα με τη νοοτροπία της guaperia είναι η (παλιά) salsa, η corrido, το reggaeton και η αφρο – κουβανέζικη rumba.

Guaracha (γουαράτσα): Μουσικό είδος που ξεκίνησε απο το σατιρικό κουβανέζικο θέατρο του 19ου αιώνα, αργότερα δέχτηκε σημαντική επιρροή απο το Son και, λόγω του αλέγρου, ρυθμικού και σκωπτικού της στύλ, έγινε αδιάσπαστο κομμάτι της χορευτικής κουβανέζικης μουσικής της δεκαετίας του 50 και λίγο μετά, της Salsa.

Guarapachangueo (γουαραπατσανγκέο): Σύγχρονο μουσικό στύλ της οικογένειας της rumba που αναπτύχθηκε στη μετεπαναστατική Κούβα ως μία εξέλιξη του παραδοσιακού guaguanco και διακρίνεται για την προσθήκη στα τυπικά όργανα των τυμπάνων bata, καθώς και την εξαιρετική περιπλοκότητα των ρυθμικών σχημάτων που παίζουν οι μουσικοί και το έντονο αυτοσχεδιαστικό στοιχείο.

Guasa (γουασά): Κυλινδρικό σείστρο που χρησιμοποιείται στην cumbia και άλλες παραδοσιακές μουσικές της Κολομβίας.

Guira (γουίρα): Η ιδιότυπη μεταλλική «ξύστρα» που συνοδεύει τον ρυθμό της merengue.

Guiro (γουίρο) : α) H «ξύστρα» (φτιαγμένη απο μακρόστενο κολοκύθι πάνω στο οποίο έχουν χαραχτεί εγκοπές τις οποίες ο μουσικός «ξύνει» με μια μικρή μπακέτα) που χρησιμοποιείται στις ορχήστρες charanga, καθώς και στίς μπάντες της salsa. Θεωρείται πώς είναι ένα απο τα ελάχιστα απομεινάρια της κουλτούρας των προκολομβιανών Ινδιάνων. β) Στήν Κούβα λέγεται έτσι και το chekere (δες λήμμα) , επειδή είναι κι αυτό φτιαγμένο απο κολοκύθι (στα ισπανικά guiro). γ) Μουσικό στύλ που παίζεται στις τελετές της Santeria απο τρία chekere, μία κουδούνα και μία conga.

Habanera (αμπανέρα): Ρομαντικό μουσικό είδος της Κούβας, ευθεία συνέχεια της contradanza αλλά συνήθως με στίχους και τραγούδι, που άκμασε κατά τον 19ο αιώνα. Υπήρξε το σημείο εκκίνησης του Bolero.

Hembra (έμπρα): Κυριολεκτικώς, το θηλυκό. Στην λαϊκή ορολογία της κουβανέζικης μουσικής, είναι συνήθως το μεγαλύτερο σε διάμετρο και πιο μπάσο απο ένα σέτ δύο τυμπάνων. Ετσι, σε ένα σετ απο δύο congas που συνήθως παίζονται στις χορευτικές ορχήστρες, το μπάσο τύμπανο που τοποθετείται δεξιά του μουσικού είναι η hembra. Ετσι λέγεται, επίσης, και το μεγαλύτερο απο τα δύο (ενωμένα) τύμπανα που αποτελούν το bongo. Σε όλες τις εκδοχές, το μικρότερο, πρίμο τύμπανο λέγεται macho (αρσενικό).

Huayno (ουάινο): Μουσικό είδος των Ανδεων, με σχεδόν αποκλειστική ινδιάνικη καταγωγή. Πολύ δημοφιλές στο Περού και στίς ορεινές ζώνες των γειτονικών χωρών.

Indio (ίντιο): Το άτομο με ιθαγενές (ινδιάνικο) αίμα.

Irime (ίριμε) : Υπερφυσική φιγούρα των Abakua στην Κούβα, την οποία,  στα τελετουργικά δρώμενα,  "υποδύεται" συγκεκριμένο μέλος της αδελφότητας το οποίο φέρει  το αντίστοιχο  ιδιότυπο κοστούμι και μια (κάπως τρομακτική) μάσκα που καλύπτει όλο το κεφάλι. Λέγεται και diablito (διαβολάκος). Στην Κεντρική Αφρική απαντώνται ακόμα σχεδόν όμοιες μάσκες και κοστούμια. Ο Irime αποτελεί εμβληματική φιγούρα του κουβανέζικου φολκλόρ και εμφανίζεται σε πάρα πολλούς πίνακες ζωγραφικής, καθώς και σε εξώφυλλα δίσκων.

Isla del Encanto ('Ισλα ντελ Ενκάντο) : Ενας πολύ συνηθισμένος (ακόμα και στα τραγούδια) ευφημισμός με τον οποίο οι πορτορικανοί αναφέρονται στο Πουέρτο Ρίκο. Σημαίνει : το νησί της γοητείας, της μαγείας, της ομορφιάς.

Itotele (ιτότελε): Το μεσαίο, σε μέγεθος και τόνο, απο τα τρία τύμπανα bata.

Iya (ιγιά): Το μεγαλύτερο και πιο μπάσο τύμπανο, το οποίο ηγείται των τριών bata. Στην γλώσσα yoruba ο όρος σημαίνει "μητέρα".

Iyesa (ιγιεσά): α) Ξεχωριστό εθνικό γκρούπ που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των Yoruba, με καταγωγή την ομώνυμη πόλη της Νιγηρίας. Ο όρος, συνδεδεμένος με τη συγκεκριμένη κουλτούρα και τα έθιμα των απογόνων των σκλάβων απο εκείνη την περιοχή, επιζεί σήμερα στην Κούβα και την Βραζιλία. β) Είδος μουσικής με αφρικάνικη καταγωγή που παίζεται στις θρησκευτικές τελετές των απογόνων του ομώνυμου εθνικού γκρούπ. γ) Κοινό όνομα ρυθμών που σχετίζονται με την προαναφερθείσα αφρικανική κουλτούρα στην Κούβα και τη Βραζιλία.

Jibaro (χίμπαρο): Ο (συνήθως λευκός) χωρικός του Πουέρτο Ρίκο.

Jicamo (χίκαμο): Στην αργκό της Καραϊββικής, το τύμπανο (conga).

Joropo (χορόπο): Το εθνικό μουσικό είδος της Βενεζουέλας, που παίζεται σε πολύ γρήγορο τέμπο με άρπα, cuatro (είδος κιθάρας) και maracas .

Lando (λαντό): Αφρο – περουβιανό μουσικό είδος που έχει γίνει σχετικά γνωστό τα τελευταία χρόνια στηνδυτική δισκογραφία, κυρίως απο τίς ηχογραφήσεις της τραγουδίστριας Susana Baca.

Latin jazz (Λάτιν τζάζ): Ο ευρύς αυτός όρος περιλαμβάνει όλες τίς πιθανές διασταυρώσεις ανάμεσα στα λατινοαμερικάνικα μουσικά είδη και την jazz αρμονία, αν και συνηθέστερα εννοείται ως η επιμειξία κουβανέζικων (κυρίως) ρυθμών με την jazz.

Lukumi (Λουκουμί): Ετσι αποκαλούνταν την εποχή της αποικιοκρατίας στην Κούβα οι σκλάβοι που ανήκαν στην εθνότητα των Yoruba της Νιγηρίας. Φυλή Lukumi δεν υπήρξε ποτέ, μα εικάζεται πώς ο όρος υιοθετήθηκε απο τις ισπανικές αρχές λόγω της φράσης “Oluku Mi” («φίλε μου») που οι συγκεκριμένοι σκλάβοι χρησιμοποιούσαν για να χαιρετήσουν ο ένας τον άλλο.

Lunfardo (λουνφάρδο) : Αργκοτική διάλεκτος των περιθωριακών κύκλων του Buenos Aires, ακατανόητη στους υπόλοιπους ισπανόφωνους. Πολλά απο τα tangos της πρώιμης και κλασικής περιόδου (πρώτο μισό του 20ου αιώνα) γράφτηκαν σε αυτή την διάλεκτο.

Llano (γιάνο): Μεγάλη πεδινή έκταση διάσπαρτη απο ποταμούς και έλη, που καλύπτει περιοχές της ενδοχώρας της Βενεζουέλας και της Κολομβίας. Χρησιμοποιείται κυρίως για την κτηνοτροφία.

Macho (μάτσο): Κυριολεκτικά, το αρσενικό. Στη λαϊκή ορολογία της κουβανέζικης μουσικής, είναι συνήθως το μικρότερο και πιό "πρίμο" απο ένα σετ δύο τυμπάνων. Οταν π.χ. ο μουσικός παίζει με δύο congas, η  ψηλότερη σε τόνο conga που βάζει ακριβώς μπροστά του είναι το "macho". Με τον ίδιο όρο καλείται το μικρότερο απο τα δύο (ενωμένα) τύμπανα που αποτελούν το bongo. Σε όλες τις εκδοχές, το μπάσο τύμπανο λέγεται hembra (θηλυκό).

Malanga (μαλάνγκα): Βολβός (φυτό), παρόμοιος με την πατάτα που τρώγεται πολύ στις τροπικές λατινοαμερικάνικες χώρες. Αναφέρεται σε πολλά τραγούδια.

Mambo (μάμπο): α) Μουσικό και χορευτικό στύλ που αναπτύχθηκε στην Κούβα στις αρχές της δεκαετίας του 1940 και σημείωσε τεράστια διεθνή επιτυχία στη συνέχεια. Η λέξη έρχεται απο την γλώσσα των Bantu (kikongo) της Κεντρικής Αφρικής και σημαίνει «αφήγηση, ιστορία». β) Μέρος της ενορχήστρωσης της salsa, που συνήθως περιλαμβάνει μια χαρακτηριστική μελωδική φράση με έντονο ρυθμικό στοιχείο, κι η οποία εκτελείται απο τα πνευστά της ορχήστρας. Συχνά, μετά το mambo ακολουθεί το montuno. γ) Η γυναίκα ιερέας της αϊτινής θρησκείας του Vodou.

Mami (μάμι): «Μαμάκα». Χαϊδευτικό προσωνύμιο ερωτικής οικειότητας που λένε οι άνδρες στις γυναίκες στο μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής. Αναφέρεται και ως “mamita”.

Mani (μανί): α) Στην Καραϊββική, ένα δημοφιλέστατο είδος φυστικιών. β) Στην αποικιακή Κούβα, ένα ιδιόρυθμο είδος παιχνιδιού των σκλάβων, που συνδύαζε φρενήρη χορό, συνοδεία τυμπάνων, με πυγμαχικά χτυπήματα (αληθινά!).

Manteca (μαντέκα) : Κυριολεκτικά, το ζωϊκό λίπος. Στην αργκό των λατίνων της Νέας Υόρκης, η ηρωίνη.

Mapale (μαπαλέ): Αφρο – κολομβιάνικο μουσικό και χορευτικό είδος απο την ακτή της Καραϊββικής. Το όνομα mapale έρχεται από ένα ψάρι της Καραϊββικής και εικάζεται πώς ο φρενήρης χορός του mapale σχετίζεται με το σπαρτάρισμα του ψαριού. Είναι, πάντως, χορός με έντονο το ερωτικό στοιχείο.

Maracas (μαράκας): Μουσικά όργανα της οικογένειας των κρουστών, που παίζονται πάντα ανα δύο και είναι φτιαγμένες απο ένα είδος ασκού απο ξεραμένο δέρμα (ενίοτε κι απο κάποιον κούφιο καρπό), μέσα στο οποίο τοποθετούνται πετραδάκια ή μικροί σπόροι και όταν ο μουσικός τις σείει τα πετραδάκια χτυπούν στα εσωτερικά τοιχώματα και παράγεται ο ήχος. Χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε διάφορα μουσικά στύλ της Λατινικής Αμερικής και έχουν ινδιάνικη προέλευση.

Maracucho (μαρακούτσο) : Ο κάτοικος του Maracaibo, στη Βενεζουέλα.

Maria Lionza (Μαρία Λιόνσα): Κεντρική μεταφυσική οντότητα της ομώνυμης λατρείας στην Βενεζουέλα, με στοιχεία απο ινδιάνικες θρησκείες, πνευματισμό, αφρικάνικα και καθολικά λατρευτικά χαρακτηριστικά.

Mariachi (μαριάτσι): Τύπος ορχήστρας του Μεξικού, που συνήθως περιλαμβάνει διάφορα έγχορδα (είδη κιθάρας και μπάσου, βιολιά) και τρομπέτες, καθώς και την απαραίτητη στολή του “charro”, του , τροπον τινά, μεξικανού δανδή – καουμπόη. Οι ορχήστρες mariachi παίζουν κυρίως παραδοσιακά μεξικάνικα τραγούδια και ρομαντικές μπαλάντες (rancheras και boleros).

Marimba (μαρίμπα): Μουσικό όργανο της οικογένειας των κρουστών, με μια μεγάλη σειρά απο ξύλινα πλήκτρα (που αντιστοιχούν σε διαφορετικές νότες) , τα οποία ο μουσικός παίζει με δύο ή τέσσερις μπακέτες. Εχει αφρικάνικη καταγωγή και σήμερα είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στην Κεντρική Αμερική, καθώς και σε περιοχές της Κολομβίας και του Εκουαδόρ.

Marimbula (μαρίμπουλα): Μουσικό όργανο αφρικάνικης προέλευσης, αποτελούμενο απο ένα ξύλινο κουτί, στην μία πλευρά του οποίου είναι προσαρμοσμένος ένας μικρός αριθμός απο μεταλλικά ελάσματα (πλήκτρα) πάνω απο μια τρύπα (που λειτουργεί σαν ηχείο), τα οποία ο μουσικός παίζει με τα δύο του χέρια καθισμένος πάνω στο όργανο. Ηταν υποκατάστατο του μπάσου ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Κούβα και χρησιμοποιείτο κυρίως στο Son. Απο την Κούβα πέρασε στην Δομηνικανή Δημοκρατία, όπου χρησιμοποιήθηκε στην παραδοσιακή merengue. Σήμερα είναι αρκετά σπάνιο όργανο.

Martillo (μαρτίγιο): Κυριολεκτικώς, είναι το σφυρί. Στην γλώσσα των μουσικών είναι το βασικό ρυθμικό σχήμα που παίζει το bongo στο Son και την Salsa.

Mazacote (μασακότε): Στην Κούβα καλείται έτσι ο βασικός ρυθμός της Salsa στις congas.

Merengue (μερένγκε): α) Είδος μουσικής και χορού της Δομηνικανής Δημοκρατίας με αφρο – ισπανική καταγωγή, που θεωρείται ο «εθνικός ρυθμός» της χώρας. Ιδιαίτερα δημοφιλής τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής και του υπόλοιπου κόσμου. β) Είδος μουσικής της Βενεζουέλας, τελείως διαφορετικό απο το ομώνυμο δομηνικάνικο. γ) Ενα απο τα στύλ του Vallenato της Κολομβίας.

Mestizo (μεστίσο): Το άτομο με μεικτή ινδιάνικη και λευκή φυλετική καταγωγή.

Milonga (μιλόνγκα): α) Είδος μουσικής και χορού απο την Αργεντινή που γενικά νοείται ως συγγενές του tango. β) Συνάντηση χορευτών και φίλων του tango, συνήθως σε κάποια αίθουσα ή νυχτερινό κέντρο, για να χορέψουν tango.

Mona  (μόνια): Μέρος της ενορχήστρωσης της salsa στη διάρκεια της οποίας τα πνευστά παίζουν μια μουσική φράση με έμφαση στον ρυθμό και συχνά, χωρίζονται σε (π. χ). τρομπέτες και τρομπόνια που σχηματίζουν δύο αντιστικτικές μεταξύ τους μουσικές φράσεις, ενώ άλλοτε αυτοσχεδιάζουν επί τόπου τη μουσική φράση ή ακόμα, όλα μαζί τα πνευστά αυτοσχεδιάζουν σολιστικά συγχρόνως. Η μόνια είναι συνήθως μικρής διάρκειας αλλά δημιουργεί ιδιαίτερη ηχητική φόρτιση και πάντοτε παίζεται αμέσως μετά το montuno (ή ανάμεσα σε δύο montunos).

Montuno (μοντούνο): Μέρος της ενορχήστρωσης σε αρκετά είδη της αφρο – κουβανέζικης μουσικής και της salsa, που συνίσταται στην συνεχή επανάληψη μιας συγκεκριμένης μουσικής φράσης απο την μπάντα πάνω απο την οποία ο τραγουδιστής (ή κάποιος μουσικός) αυτοσχεδιάζει. Το montuno είναι το κατ΄εξοχήν ρυθμικό μέρος αυτών των τραγουδιών κι αυτό στο οποίο η μουσική και χορευτική ένταση φτάνει στο ζενίθ. Ως τεχνοτροπία είναι καθαρά αφρικάνικης καταγωγής.

Mozambique (μοσαμπίκε): Μουσικό είδος που αποτελεί προσαρμογή του ρυθμού της conga του κουβανέζικου καρναβαλιού σε εκμοντερνισμένη εκδοχή ορχήστρας. Γνώρισε αρκετή επιτυχία στην δεκαετία του 60, απο τον εφευρέτη του στύλ Pello El Afrokan στην Κούβα κι απο την ορχήστρα του Eddie Palmieri στη Νέα Υόρκη.


Προηγούμενη σελίδα :: Επόμενη σελίδα


Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN