Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 20/11/2017
latinmusic category

Σελίδα 1 από 3


 Abakua (αμπακουά) : α) Μυστική αδελφότητα που μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσια στην Κούβα απο το Calabar, μεταξύ Νιγηρίας και Καμερούν, ως μια συνέχεια της ιδιότυπης κουλτούρας των Efo και Efik. Τα μέλη της είναι μόνο άνδρες κι η όλη δομή της προσομοιάζει σ΄ένα είδος «αφρικάνικης μασονίας». Ανθεί ακόμα και σήμερα στην Κούβα . β) Οι ρυθμοί (δύο στον αριθμό) που σχετίζονται με τη μουσική των Abakua .

Aficionado (αφισιονάδο): Ο φανατικός οπαδός ενός μουσικού στύλ ή ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Επίσης, ο ερασιτέχνης μουσικός ή τραγουδιστής. 

Afinque (αφίνκε): Ιδιωματικός όρος που στο λεξιλόγιο της salsa σημαίνει το ιδιαίτερα σφιχτό, δεμένο και ρυθμικό παίξιμο μιας ορχήστρας, χωρίς πολύ αυτοσχεδιασμό αλλά με έμφαση στην δύναμη του ομαδικού ήχου. Η λέξη σχετίστηκε περισσότερο με τον μαέστρο Willie Rosario και την ορχήστρα του, η οποία δημιούργησε μια ιδιαίτερη προσέγγιση στη salsa που ακολούθησαν αργότερα άλλες ορχήστρες, κυρίως στο Πουέρτο Ρίκο.

Aguinaldo (αγινάλδο): Γενικός όρος που περιγράφει τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια διαφόρων χωρών της Λατινικής Αμερικής.

Ajiaco(αχιάκο): Σούπα με διάφορα συστατικά, πολύ δημοφιλής στην Καραϊββική. Αναφέρεται σε πολλά τραγούδια.

Ahi na ma (Αϊ να μα): Εξαιρετικά διαδεδομένη έκφραση στις ηχογραφήσεις της salsa και της κουβανέζικης μουσικής, που σ΄ελεύθερη απόδοση σημαίνει «έτσι μπράβο!» ή «αυτό είναι !» ή (αν προτιμάτε) «και γ. . . . τις φάσεις !» . Την αληθινή σημασία δέν θέλετε ;

Aguardiente (αγουαρδιέντε) : Είδος ρακής που βγαίνει απ΄το ζαχαροκάλαμο, κάπως σαν ρούμι αλλά πολύ πιο δυνατό και λιγότερο ραφινάτο. Τυπικό ποτό των φτωχών σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική .

Agogo (αγκόγκο): Διπλή κουδούνα, που χρησιμοποιείται στη μουσική του καρναβαλιού κι απαντάται (με το ίδιο όνομα) στην Κούβα και την Βραζιλία. Είναι αφρικάνικης καταγωγής.

Aguelulo (αγουελούλο): Νεανικό πάρτι χωρίς οινοπνευματώδη ποτά που στις δεκαετίες του 60 και του 70 οργάνωναν οι πιτσιρικάδες στην Κολομβία για να χορέψουν salsa.

Amargue (αμάργε): Κυριολεκτικώς, η «πίκρα». Με αυτό το όνομα ήταν περισσότερο γνωστή μέχρι την δεκαετία του 80 η μουσική που σήμερα λέμε Bachata, στη Δομηνικανή Δημοκρατία.

Arara (Αραρά): Ετσι αποκαλούνταν συλλήβδην απο τις ισπανικές αρχές της Κούβας οι αφρικανοί που προέρχονταν απο το παλιό βασίλειο της Δαχομέης κι ανήκαν στην εθνότητα / κουλτούρα των Ewe και Fon. Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για την αφρο – κουβανική θρησκεία και τη μουσική της που εξακολουθούν να εξασκούν οι απόγονοι εκείνων των σκλάβων. Μια εικασία τοποθετεί την εκκίνηση της λέξης απο το λιμάνι Ardra της δυτικής Αφρικής, απ΄όπου τα καράβια με τους συγκεκριμένους σκλάβους ξεκινούσαν για την Αμερική.

Areito (αρεϊτο): Μουσικοχορευτικό δρώμενο με τελετουργική διάσταση το οποίο εκτελούσαν οι ινδιάνοι Tainos και πρόλαβαν να καταγράψουν οι Ισπανοί χρονικογράφοι.

Asalto (ασάλτο): Χριστουγεννιάτικο έθιμο μέρους της Λατινικής Αμερικής, σύμφωνα με το οποίο ομάδες μουσικών και τραγουδιστών, συνήθως ερασιτεχνών, γυρίζουν στους δρόμους και χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών για να τους τραγουδήσουν τα αντίστοιχα τραγούδια. Κάτι σαν τα δικά μας κάλαντα, αλλά με κανονικές μικρές ορχήστρες.

Asere (ασέρε) : Απο τις πιο συνηθισμένες λέξεις στην σύγχρονη κουβανέζικη αργκό. Σημαίνει «φίλε, κολλητέ» κι έρχεται απ΄ευθείας απο το λεξιλόγιο των Abakua .

Babalao (μπαμπαλάο): Ο υψηλότερος ιερατικός βαθμός στην Santeria. Οι babalaos είναι αποκλειστικά άνδρες και είναι οι μοναδικοί με το προνόμιο να χειρίζονται το αρχαίο μαντικό σύστημα του Ifa. Τα τελευταία χρόνια ο όρος γράφεται και babalawo, που είναι πιο κοντά στην αυθεντική λέξη των Yoruba. Baba l’ awo σημαίνει «ο πατέρας των μυστικών».

Bachata (μπατσάτα) : α) Η πραγματική σημασία της λέξης, που έρχεται απο την παλιά κουβανική αργκό, σημαίνει «φιέστα, γιορτή» και μάλιστα σε πολύ λαϊκό ή κι αγροτικό περιβάλλον. β) Μουσικό είδος της Δομηνικανής Δημοκρατίας, με ρομαντικό περιεχόμενο,λούμπεν καταβολές και σημαντική εμπορική επιτυχία στην τελευταία δεκαετία.

Baile (μπάιλε) : α) Χορός . β) Στην ορολογία των μουσικών, η συναυλία που δίνεται σ΄ένα χώρο όπου ο κόσμος πηγαίνει αποκλειστικά για να χορέψει, π. χ. ντισκοτέκ, κλάμπ κ. λ. π. . Στον αντίποδα , το concierto ( κονσέρτο) που γίνεται είτε σε αίθουσες συναυλιών και θέατρα, ή σε μεγάλα στάδια και γήπεδα .

Baile de Salon (μπάιλε ντε σαλόν) : Χορός του σαλονιού, της σάλας . Ετσι χαρακτηρίζονται τα περισσότερα απο τα λατινοαμερικάνικα στύλ με ισχυρές ευρωπαϊκές επιρροές που εμφανίστηκαν κυρίως στη διάρκεια του 19ου αιώνα .

Bailador (μπαϊλαδόρ) : Ο χορευτής (ερασιτέχνης) .

Bailarin (μπαϊλαρίν) : Ο χορευτής (επαγγελματίας) .

Bakan (μπακάν) : Εκφραση που χρησιμοποιείται στην αργκό διάφορων χωρών, κυρίως της Νότιας Αμερικής, και σημαίνει «καλό», «σούπερ» κ. λ. π.

Balada (μπαλάδα): Μουσικό είδος με έντονη την επιρροή της διεθνούς pop (κυρίως ιταλικής) μουσικής της δεκαετίας του 60 και ακραιφνώς ρομαντικό – ερωτικό χαρακτήρα. Η επιτυχία της στη Λατινική Αμερική υπήρξε τεράστια .

Bambuco (μπαμπούκο): Παλιό μουσικό και χορευτικό είδος της ζώνης των Ανδεων της Κολομβίας, με ινδιάνικες και ευρωπαϊκές καταβολές. Υπήρξε πολύ δημοφιλές τον 19ο αιώνα, αλλά σήμερα η δημοτικότητα του είναι αρκετά περιορισμένη.

Banda gigante (μπάντα χιγάντε): Η πολυμελέστερη λατινοαμερικάνικη ορχήστρα, στα πρότυπα των big bands της jazz μουσικής, με πλήρες σετ κρουστών, μπάσο, πιάνο και μεγάλο αριθμό πνευστών, συχνά πάνω απο έξι. Η ακμή της banda gigante τοποθετείται στην δεκαετία του 50, ενώ σήμερα είναι πρακτικώς ανύπαρκτη (καθότι μή πρακτική).

Bandoneon (μπαντονεόν): Είδος μικρού ακορντεόν. Είναι το βασικό μουσικό όργανο του tango.

Barracon (μπαρακόν): Τα καταλύματα που ζούσαν οι σκλάβοι την εποχή της αποικιοκρατίας στη Λατινική Αμερική.

Barril (μπαρίλ) : Κυριολεκτικώς, το βαρέλι. Στην μουσική διάλεκτο, το τύμπανο της αφρο - πορτορικάνικης μουσικής οικογένειας της bomba, προφανέστατα επειδή κατά την αποικιακή περίοδο το σώμα του τυμπάνου δέν ήταν παρά ένα απλό βαρέλι.

Barrio (μπάριο): Η γειτονιά, αλλά στην πραγματικότητα, η φτωχογειτονιά – ένας τόπος αδιάλειπτης παραγωγής λαϊκής κουλτούρας στην αστική Λατινική Αμερική .

Bata (μπατά) : Τα αφρο – κουβανικά τύμπανα (τρία , σε διαφορετικά μεγέθη) που έφτασαν στην Κούβα απο τη Νιγηρία και χρησιμοποιούνται στίς τελετές της θρησκείας Santeria, αλλά και πλέον, σε ηχογραφήσεις salsa και latin jazz μουσικής . Στην τελετουργική μορφή τους συνιστούν ιερά αντικείμενα και θεωρούνται τα ρυθμικώς πιο πολύπλοκα κρουστά της Λατινικής Αμερικής.

Bembe (μπεμπέ) : α) Θρησκευτική γιορτή (όχι όμως τελετή καθεαυτή) στην περιφέρεια των δραστηριοτήτων περί την Santeria . β) Ο ομώνυμος ρυθμός που παίζεται απο τα τύμπανα στα bembes.

Bilongo (μπιλόνγκο): Με αυτό τον γενικό όρο ονομάζονται διάφορα "ματζούνια" με μαγικές ιδιότητες, τα οποία παρασκευάζουν οι paleros (ιερείς-μάγοι της θρησκείας Palo Monte) στην Κούβα. Η λέξη, όπως και οι αντίστοιχες πρακτικές, έρχονται απο την κουλτούρα Bantu της Κεντρικής Αφρικής.

Bohemia (μποέμια) : Η ομαδική ή κατά μόνας ανδρική έξοδος, συνήθως σε κάποιο μπάρ, με συνοδεία ποτού και συχνά, μουσική επένδυση απο boleros και μπαλάντες . Δύο ή τρείς φίλοι μπορούν να κάνουν μια bohemia, ποτέ όμως ένας άνδρας και μια γυναίκα .

Bolero (μπολέρο) : Ρομαντικό μουσικό είδος σε αργό τέμπο, με έντονα συναισθηματική θεματολογία, έμφαση στον ερμηνευτή και τον στίχο, καταγωγή απο την Κούβα και διάδοση σε ολόκληρο τον ισπανόφωνο κόσμο.

Bomba (μπόμπα) : Αφρο – πορτορικάνικη οικογένεια μουσικών στύλ, που ξεκίνησε απο τους σκλάβους στίς φυτείες του 18ου αιώνα . Σύντομα περάσματα του ρυθμού της bomba sica ακούγονται σε εκατοντάδες κομμάτια salsa .

Bombo (μπόμπο) : Γενικός όρος που περιλαμβάνει πολλά διαφορετικά τύμπανα της λατινοαμερικάνικης μουσικής, με κοινά γνωρίσματα τον μπάσο τόνο τους και την καταγωγή τους απο τα παλιά ευρωπαϊκά στρατιωτικά τύμπανα.

Bongo (μπονγκό): Σετ δύο τυμπάνων ενωμένων μεταξύ τους που πρωτοεμφανίστηκαν στην ανατολική Κούβα στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως στην salsa, το sonκι άλλα είδη της λατινοαμερικάνικης μουσικής. Γράφεται και bongos ή bongoes.

Bonko echemiya (μπονκό ετσεμιγιά): Το σολιστικό τύμπανο της ορχήστρας κρουστών που συνοδεύει τις τελετουργίες της αδελφότητας των Abakua στην Κούβα.

Boogaloo (μπουγκαλού) : α) Μουσικό υβρίδιο απο τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 60, που προέκυψε απο την επιμειξία του cha cha cha με το μαύρο αμερικάνικο rhythm and blues . Γνώρισε βραχύβια αλλά σημαντική εμπορική επιτυχία . β) Μουσικοχορευτικό υποείδος πολύ δημοφιλές στην Κολομβία, απότοκο της ιδιότυπης επιτάχυνσης του αυθεντικού boogaloo και της ανάλογης επανερμηνείας του απο τοπικά κολομβιάνικα γκρούπ. Γράφεται και “bugalu”.

Boricua (μπορίκουα) : O πορτορικάνος . Απαντάται και ως borincano.

Borinquen (Μπορίνκεν) : Το νησί του Πουέρτο Ρίκο. Αυτό ήταν το αυθεντικό όνομα που του είχαν δώσει οι ιθαγενείς Tainos πρίν την έλευση των Ισπανών και οι πορτορικανοί συχνά το χρησιμοποιούν ως όρο αυτοπροσδιορισμού.

Bozal (μποσάλ): Αγριος, ζωώδης. Με αυτό τον όρο αποκαλούνταν στη Λατινική Αμερική οι σκλάβοι που ήταν γεννημένοι στην Αφρική (είχαν, δηλαδή, μεταφερθεί στο Νέο Κόσμο κατ΄ευθείαν απο τη Μαύρη Ήπειρο με τα δουλεμπορικά πλοία), σε αντιδιαστολή με τους μαύρους που είχαν γεννηθεί στις αποικίες.

Bufos (μπούφος): Είδος θεατρικής επιθεώρησης που αναπτύχθηκε στην Κούβα, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα. Τα bufos είχαν έντονα σατιρικό χαρακτήρα, με θεματολογία συχνά αιχμηρή πρός τα κοινωνικά και πολιτικά ήθη, καθώς και την ισπανική αποικιακή διοίκηση. Ενα σημαντικό μέρος των bufos αποτελείτο απο τραγούδια, απο τα οποία ξεπήδησε το είδος του σκωπτικού τραγουδιού με το όνομα guaracha (γουαράτσα), που επέζησε στην κουβανέζικη μουσική μετά το τέλος της ύπαρξης των bufos και, αργότερα, με την προσθήκη περισσότερο αφρο-κουβανικών στοιχείων, ενσωματώθηκε στο son ως υποείδος του.

Bullerengue (μπουγιερένγκε): Παραδοσιακό αφρο – κολομβιάνικο μουσικό είδος που τραγουδιέται συνήθως απο γυναίκες, είναι μουσικά συγγενές της cumbia κι ο χορός του αναπαριστά τον κύκλο της γονιμότητας.

Cabasa (καμπάσα) : Κρουστό μουσικό όργανο, που μοιάζει με maraca στην όψη κι αποτελείται απο ένα κέλυφος καρπού που γύρω του είναι πλεγμένο ένα δίχτυ πού φέρει σπόρους ή μικρούς, ξερούς καρπούς και ο μουσικός, γυρνώντας το όργανο μέσα στην παλάμη, παράγει τριβή η οποία κάνει το όργανο να ηχεί με έναν χαρακτηριστικό, συριστικό ήχο. Το όργανο χρησιμοποιείται περισσότερο στην Βραζιλία αλλά στις δεκαετίες του 50 και του 60 ακούστηκε εφήμερα και μέσα στις κουβανέζικες χορευτικές ορχήστρες. Η καταγωγή του είναι αφρικάνικη και το άλλο όνομα του είναι afuxe (αφουσέ).

Cabildo (καμπίλδο): Τα «σωματεία αλληλοβοήθειας» στα οποία είχαν υποχρεωτικώς χωρίσει τους αφρικανούς σκλάβους ανάλογα με το έθνος που ανήκαν οι ισπανικές αποικιοκρατικές αρχές, με απώτερο στόχο την διαίρεση τους και την αποτροπή της (επικίνδυνης, λόγω του πλήθους τους) ένωσης τους. Τα cabildos, που υπήρξαν σχεδόν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, έγιναν έτσι φορείς διατήρησης των επι μέρους αφρικανικών πολιτισμικών στοιχείων μέσα στους αιώνες .

Cachimbo (κατσίμπο): α) Το μικρότερο τύμπανο σε μιά σειρά απο αφρο – κουβανέζικα στύλ με καταγωγή την Κεντρική Αφρική. β) Το μικρότερο chekere στο συγκρότημα που παίζει το στύλ guiro. γ) Στην γλώσσα της salsa, το σαξόφωνο, λόγω οπτικής ομοιότητας με την cachimba (πίπα καπνίσματος).

Cacique (κασίκε): Ο αρχηγός μιας πόλης ή μιας φυλής Ινδιάνων. Στην σύγχρονη λατινοαμερικάνικη αργκό, έχει την σημασία του αρχηγού μιας ένοπλης συμμορίας.

Caja (κάχα): Κυριολεκτικώς, το κουτί. Στην κουβανέζικη οργανολογία, είναι το όνομα που έχει το σολιστικό (lead) τύμπανο, συνήθως το μεγαλύτερο σε μέγεθος και το πιο μπάσο, σε ορισμένα φολκορικά αφρο-κουβανέζικα στύλ (π.χ. Yuka, Palo κ.λ.π.).

Cajita china (καχίτα τσίνα): Κυριολεκτικά, το "κινέζικο κουτάκι". Ξύλινο κρουστό όργανο μικρού μεγέθους, με ένα τμήμα του κούφιο ούτως ώστε να λειτουργεί ως ηχείο, το οποίο παιζόταν παλιότερα στις χορευτικές κουβανέζικες ορχήστρες. Σήμερα, έχει αντικατασταθεί απο το βιομηχανικής κατασκευής (και συνήθως πλαστικό) woodblock. Οπως υποδηλώνει το όνομα του, έφτασε στην Κούβα με τους Κινέζους εργάτες των φυτειών, κατά τον 19ο αιώνα.

Cajon (καχόν) : Μουσικό όργανο της κατηγορίας των κρουστών. Στην πραγματικότητα, είναι ένα απλό ξύλινο κουτί, του οποίου η μία επιφάνεια είναι φτιαγμένη με ελαφρύ και λεπτό ξύλο ώστε να πάλλεται όταν ο μουσικός την χτυπά με τις παλάμες . Είναι ένα υποκατάστατο τυμπάνου που απαντάται κυρίως στην Κούβα και στο Περού.

Cajon espiritista ή cajon de muerto(καχόν εσπιριτίστα ή καχόν ντε μουέρτο): Υβριδικό είδος τελετής που γίνεται στην Κούβα, με στοιχεία απο τον πνευματισμό, τον λαϊκό καθολικισμό και την santeria. Σ΄αυτόν τον τύπο τελετής οι ρυθμοί παίζονται στα cajones (ξύλινα κουτιά).

Campana (καμπάνα): H κουδούνα (πιο σωστά, οι κουδούνες) που χρησιμοποιούνται σε πολλά στύλ της κουβανικής μουσικής και στην salsa . Η καταγωγή της κουδούνας ως μουσικού οργάνου με τέτοια χρήση είναι εξ ολοκλήρου αφρικάνικη . Συνώνυμο, το cencerro (σενσέρο).

Cali (Κάλι) : Πόλη της Κολομβίας, η δεύτερη σε πληθυσμό στην χώρα κι αυτή με το πιθανώς φανατικότερο salsa ακροατήριο στον κόσμο. Εχουν γραφτεί πολλά τραγούδια που την υμνούν .

Callao (Καγιάο): Λιμάνι του Περού, το κατ΄εξοχήν προπύργιο της salsa στην χώρα . Σε αρκετά τραγούδια ακούγεται η φράση “Chimpun ! Callao !” («Τσιμπούν ! Καγιάο !»), ιδιωματική του πληθυσμού των salseros της πόλης.

Calo (καλό) : Ιδιότυπη ισπανική αργκό των λατίνων των Η.Π.Α., κυρίως των μεξικανικής καταγωγής κατοίκων της Καλιφόρνια. Στην δεκαετία του 40 συνδέθηκε ιδιαίτερα με την κοινότητα των pachucos (βλέπε λήμμα).

Canaveral (κανιαβεράλ): Το χωράφι με τα ζαχαροκάλαμα.

Cancion (κανσιόν): Κυριολεκτικώς, το τραγούδι. Γενικός όρος που αφορά στα λατινοαμερικάνικα τραγούδια με υποτυπώδη ρυθμική συνοδεία, έμφαση στη μελωδία, την ερμηνεία και τον στίχο, τα οποία δέν προορίζονται για χορό αλλά μόνο για ακρόαση.

Cancion protesta (κανσιόν προτέστα) : Το τραγούδι διαμαρτυρίας και (συχνά) πολιτικής στράτευσης που γνώρισε έξαρση στη Λατινική Αμερικής κατά τίς δεκαετίες του 60 και του 70, κυρίως στην Χιλή, την Αργεντινή και το Μεξικό.

Candombe (καντόμπε): Μουσικό είδος της Ουρουγουάης, που στην αυθεντική του μορφή παίζεται μόνο με συνοδεία τυμπάνων και ανήκει στην παράδοση του μαύρου πληθυσμού του Μοντεβιδέο και του καρναβαλιού της πόλης . Η σύγχρονη βερσιόν του το βρίσκει να παίζεται απο γκρούπ με ποικίλλα όργανα και στοιχεία απο jazz, rock και βραζιλιάνικη μουσική.

Cantina (καντίνα): Η μικρή, ενίοτε υπαίθρια, ταβέρνα – μπάρ. Η Λατινική Αμερική είναι γεμάτη απο cantinas, αιώνια στέκια της φτωχολογιάς, στις οποίες πάντα ακούγεται λαϊκή μουσική διαφόρων ειδών (ανάλογα με την χώρα).

Carib (καρίμπ): Εθνότητα Ινδιάνων της Καραϊββικής, απο την οποία οι ευρωπαίοι γεωγράφοι βάφτισαν ολόκληρη την θάλασσα. Ιδιαίτερα σκληροί πολεμιστές, βρίσκονταν πάντως σε παρακμή όταν οι Ισπανοί έφτασαν στα νερά τους.

Casa de Cultura (Κάσα ντε Κουλτούρα): Θεσμός στην Κούβα απο την επικράτηση της Επανάστασης ως σήμερα, οι Casas de Cultura είναι χώροι (συνήθως απλά σπίτια) τα οποία παραχωρεί το κράτος για να παρουσιάζουν τη δουλειά τους τοπικοί καλλιτέχνες. Συνηθέστερα φιλοξενούν μουσικούς της περιοχής ή παραδοσιακά συγκροτήματα, ενώ ο κόσμος μπορεί να παρακολουθεί ή και να χορεύει. Οι Casas de Cultura υπάρχουν σε όλες τις γειτονιές, τις μικρές πόλεις, ακόμα και τα χωριά της Κούβας.

Cascara (κάσκαρα): To πλαϊνό μέρος των τυμπάνων και, κυρίως, των timbales στο οποίο ενίοτε ο μουσικός παίζει ένα ρυθμικό σχήμα με μπακέτες. Στην salsa, ο timbalero εναλλάσσει το συνοδευτικό παίξιμο του μεταξύ της cascara και του σετ με τις κουδούνες που βρίσκεται προσαρμοσμένο πάνω στις timbales, ανάλογα με το μέρος της ενορχήστρωσης .

Casino (κασίνο) : Ο κουβανέζικος «χορός πίστας» που συνοδεύεται συνήθως απο μεγάλη ορχήστρα κι εκτελείται απο ζευγάρια σε κλάμπ, αίθουσες χορού και (το πάλαι ποτέ) καζίνα, απ΄όπου και ο όρος προήλθε. Σήμερα, στην Κούβα το casino έχει το νόημα, τη λειτουργία και, σε μεγάλο βαθμό, άμεση χορευτική συγγένεια με ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο λέγεται salsa.

Cata (κατά) : Κύλινδρος φτιαγμένος απο ξύλο ή καλάμι μπαμπού, πάνω στον οποίο παίζεται ένα ρυθμικό σχήμα σε αρκετά παραδοσιακά αφρο-κουβανέζικα είδη (π.χ. rumba, tumba francesa κ.λ.π.).

Clave (κλάβε) : α) Ρυθμικό σχήμα δύο μέτρων 4/4 που υπάρχει πίσω από όλα σχεδόν τα μουσικά είδη της Κούβας, καθώς και την salsa . Το clave ορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ρυθμική αίσθηση που αναδίδει η κουβανέζικη μουσική, καθώς και την ενορχήστρωση και τον τρόπο ερμηνείας της . β) Τα δύο κοντά ραβδιά απο ξύλο με τα οποία ο ρυθμός του clave παίζεται απο έναν μουσικό στο παραδοσιακό son και την rumba .

Cimarron (σιμαρόν): Ο δραπέτης σκλάβος που, κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, τό’ σκαγε απο τίς φυτείες ή τα εργοστάσια και πήγαινε να ζήσει ελεύθερος στο βουνό.

Cocolo (κοκόλο) : Στην διάλεκτο της salsa (και μέρους της ισπανόφωνης Καραϊββικής εν γένει), έτσι καλείται το άτομο με συνήθως λαϊκή καταγωγή, συχνά μαύρο ή μιγαδικό φυλετικό προσδιορισμό και υπέρ πάντων, έντονη ταύτιση με τη μουσική Salsa. Στο Πουέρτο Ρίκο ειδικά, η λέξη cocolo είναι συνώνυμη του salsero.

Columbia (κολούμπια): Ενα απο τα είδη της αφρο – κουβανέζικης rumba. Χορεύεται αποκλειστικά απο έναν άνδρα μόνο του με αυτοσχέδια βήματα, ακροβατικές φιγούρες και επίδειξη του ανδρισμού του. Ως νοοτροπία, η columbia είναι συναφής με το δικό μας (αυθεντικό) ζεϊμπέκικο.

Combo (κόμπο): Είδος μικρής ορχήστρας που αναδύθηκε απο την κουβανέζικη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 50 (με εμφανή αμερικάνικη jazz επιρροή) και συνήθως αποτελείτο απο μία τρομπέτα, ένα σαξόφωνο, μπάσο, πιάνο, ντράμς, κρουστά και συχνά, ηλεκτρική κιθάρα.

Comparsa (κομπάρσα) : Καρναβαλική ομάδα μουσικών και χορευτών. Συνήθως η comparsa αποτελείται απο μέλη μιάς συγκεκριμένης συνοικίας ή γειτονιάς της πόλης, της οποίας αποτελεί τον καρναβαλικό εκπρόσωπο . υγγένεια με ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο ονομάζεται salsa.

Compay (κομπάι) : Απο το “compadre” που σημαίνει «κουμπάρος, φίλος». Χρησιμοποιείται στην ανατολική Κούβα .

Conga (κόνγκα) : α)Είδος τυμπάνου απο την Κούβα, με απώτερη κεντρο – αφρικανική προέλευση. Σήμερα είναι σε χρήση σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική κι ακόμα, σε διάφορα στύλ της αμερικάνικης pop μουσικής . β) Ο ρυθμός που παίζεται στο κουβανέζικο καρναβάλι απο τις comparsas . Γνωστός και ως “conga de comparsa” .

Congo (κόνγκο): Γενικός όρος που χρησιμοποιείτο σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική για να ονομάσει τους σκλάβους της μεγάλης οικογένειας των φυλών Bantu της κεντρικής Αφρικής , που στις αποικίες έφταναν προερχόμενοι κυρίως απο τα λιμάνια του σημερινού Κονγκό.

Conjunto (κονχούντο): Είδος μικρής κουβανέζικης ορχήστρας που παίζει son και αποτελείται απο tres (κουβανέζικη κιθάρα), μπάσο, conga, bongo, maracas, δύο ή τρείς τρομπέτες και ενίοτε πιάνο.

Contradanza (κοντραδάνσα) : Μουσικό είδος που άνθισε ιδιαίτερα στην Κούβα κατά τον 19ο αιώνα, με εντονότατη ευρωπαϊκή επιρροή, βασικά απο το ομώνυμο ισπανικό είδος, που με τη σειρά του εκκίνησε απο την γαλλική contre danse (κι αυτή απο την αγγλική country dance, της οποίας η contradanza αποτελεί, ως όρος, γλωσσική παραφθορά).

Coqui (κοκί): Μικροσκοπικός δενδρόβιος βάτραχος που ζεί αποκλειστικά στο Πουέρτο Ρίκο και είναι απο τα εθνικά σύμβολα του νησιού. Αναφέρεται σε πάρα πολλά τραγούδια.

Copla (κόπλα) : Στιχουργική φόρμα της ισπανικής παράδοσης, που μεταφέρθηκε στη Λατινική Αμερική κατά τους αποικιακούς αιώνες και σήμερα αποτελεί τον πιο συνηθισμένο τύπο δομής των στίχων στα  λατινοαμερικάνικα μουσικά είδη. Η copla αποτελείται απο τετράστιχα, των οποίων η ομοιοκαταληξία διαρθρώνεται ως "A-B-C-B", δηλαδή ο πρώτος και ο τρίτος στίχος δέν ομοιοκαταληκτούν, ενώ ο δεύτερος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο. Σχεδόν όλα τα αφρο-λατινικά χορευτικά στύλ (salsa, son, rumba, cumbia, merengue κ.α.) χρησιμοποιούν την copla.

Corneta china (κορνέτα τσίνα): Κυριολεκτικά, η "κινέζικη κορνέτα". Πνευστό όργανο που σε εμφάνιση και ήχο θυμίζει πολύ τον ελληνικό ζουρνά, το οποίο παίζεται στα γκρούπ (comparsas) του καρναβαλιού της ανατολικής Κούβας. Έφτασε ως την Κούβα με τους Κινέζους εργάτες, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Coro (κόρο) : Στην λατινοαμερικάνικη μουσική, coro (απο το ελληνικό χορός , υπο την έννοια της χορωδίας ) καλείται η επαναλαμβανόμενη φράση που τραγουδούν οι "δεύτεροι" τραγουδιστές (αυτό που θα λέγαμε εμείς "ρεφρέν", αν και σε αυτή την περίπτωση ο όρος είναι μουσικά αδόκιμος) στο δεύτερο, πιο ρυθμικό κι αυτοσχεδιαστικό μέρος των τραγουδιών της αφρο - κουβανικής τεχνοτροπίας (salsa, son, rumba κ. λ. π. ) που λέγεται montuno. Στο coro ο βασικός τραγουδιστής απαντά αυτοσχεδιάζοντας τους στίχους (κυρίως στις ζωντανές εμφανίσεις) ή εξελίσσοντας περαιτέρω το θέμα του τραγουδιού , όπως συνηθέστερα συμβαίνει στις ηχογραφήσεις των δίσκων .

 


Επόμενη σελίδα


Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN