Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 23/11/2017
latinmusic category

To Clave στην κουβανέζικη μουσική


Μέρος πρώτο: Η ιστορία του μουσικού οργάνου.





Τα – τα – τα, τα – τα ! Το όλον, πέντε ρυθμικές αξίες που μοιάζουν να φτιάχτηκαν για να ταλαιπωρούν τους μουσικούς, να προβληματίζουν τους ενορχηστρωτές, να μπερδεύουν τους ακροατές, να συνοφρυώνουν τους ειδήμονες και, παρά ταύτα, να βρίσκονται κάτω απ΄όποια νότα κι αν σηκώσεις στον πολυρυθμικό κόσμο της κουβανέζικης (και κουβανότροπης) μουσικής. Η αυτού μεγαλειότης, το clave !

Για όσους δέν είχαν ως τώρα την τιμή της γνωριμίας με τον αληθινό κύριο και αυθέντη της salsa, του son, της rumba κι άλλων πάμπολλων συναφών ειδών, κάνουμε τις συστάσεις παραχρήμα : Το clave (κλάβε) είναι ένα συγκεκριμένο ρυθμικό σχήμα, πάνω στο οποίο δομείται, συντίθεται και ενορχηστρώνεται το κύριο σώμα της μουσικής της Κούβας και το οποίο είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνο για την τόσο ιδιαίτερη κι άκρως χορευτική αίσθηση που όλη αυτή η μουσική αυτόματα αναδίδει. Επίσης, με την λέξη clave ή, καλύτερα στον πληθυντικό, claves, στην Κούβα νοούνται τα δύο μικρά, χοντρά, κυλινδρικά ραβδάκια απο σκληρό κατεργασμένο ξύλο που, όταν αλληλοκρούονται στα χέρια ενός μουσικού, εκτελούν το προαναφερθέν ομώνυμο ρυθμικό σχήμα. Οπως είπαμε, ο ρυθμός του clave αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς του μεγαλύτερου μέρους των μουσικών ειδών της Κούβας, αξίζει όμως ν΄αναφέρουμε τα πιο σπουδαία εν τάχει : Son, rumba, mambo, cha cha cha, mozambique, songo, timba, danzon, conga, guaracha. Μια και η ρυθμική βάση της salsa έρχεται σχεδόν αυτούσια απο την κουβανέζικη μουσική, η salsa επίσης περιστρέφεται αέναα γύρω απο το clave, πράγμα που συμβαίνει και σ΄ένα μεγάλο τμήμα του υλικού της latin jazz, ενώ είναι σωστό να πούμε πώς οποιαδήποτε μουσική απόπειρα να αναπαραχθεί το κουβανέζικο ή “latin” χορευτικό αίσθημα, ακόμα και στα πλαίσια ενός διαφορετικού μουσικού είδους (π.χ. rock, pop, funk, dance), για να «πατάει» σωστά οφείλει να συμφωνεί με το απαραίτητο clave. Τέλος, στις διάφορες μορφές του clave (γιατί υπάρχουν περισσότερα του ενός ρυθμικά σχήματα με αυτό το όνομα) υπακούουν μπόλικοι παραδοσιακοί αφρο-κουβανέζικοι ρυθμοί, καθώς επίσης και μουσικές φόρμες απο την Βραζιλία κι έτερες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, είναι πλέον σαφές πώς το clave συνιστά το αληθινό θεμέλιο που πάνω του έχει χτιστεί αυτό που το παγκόσμιο κοινό αντιλαμβάνεται ως «latin μουσική», οπότε στο κείμενο που ακολουθεί απομένει να αναλύσουμε την ιστορία, τον ρόλο, την λειτουργία και την αλληλεπίδραση του με τη μουσική, τον ρυθμό, την ενορχήστρωση κι ακόμα, τον χορό. Το αυτό και θα πράξουμε.

Προκειμένου η χρονολογική σειρά να τηρηθεί σωστά, πρέπει να πούμε πώς ο όρος «clave» ως σχετιζόμενος με το συγκεκριμένο ρυθμικό σχήμα αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη: πρίν απο την δεκαετία του 1940 ο συγκεκριμένος ρυθμός δέν ονομαζόταν με κάποιον ξεχωριστό όρο, αλλά αναφερόταν γενικά ως «o ρυθμός των claves», συνεπώς στα εν λόγω ραβδάκια πρέπει να ανατρέξουμε για να εντοπίσουμε τις απαρχές του clave στη μουσική της Κούβας. Ευτυχώς, την έρευνα διεκπεραίωσε άλλος πρίν απο εμάς (και όλους τους μεταγενέστερους λατινοδίφες) και συγκεκριμένα, ο πατριάρχης της κουβανέζικης μουσικής ανθρωπολογίας, ο don Fernando Ortiz. Σύμφωνα με τον Ortiz και το ανεκτίμητο ερευνητικό του έργο, απ΄όπου προέκυψε μια ολόκληρη μονογραφία εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στο clave, τα πρώτα ίχνη χρήσης του συγκεκριμένου κρουστού οργάνου φαίνεται πώς ανιχνεύονται στα λιμάνια και, κυρίως, τις υπερδραστήριες ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες της Αβάνας κατά τη
διάρκεια του 18ου αιώνα. Εκεί, ένα αντικείμενο σε απολύτως καθημερινή χρήση ήταν οι λεγόμενες “clavijas” (κλαβίχας), δηλαδή σφήνες φτιαγμένες απο σκληρότατο ξύλο, που στη ναυπηγική της εποχής χρησιμοποιούνταν ως μεγάλα καρφιά στον σκελετό και το σκάφος των πλοίων, καθώς ήταν αρκετά συμπαγείς για να μην αποσυντίθενται στο θαλασσινό νερό και φυσικά, δέν σκούριαζαν όπως τα συνηθισμένα καρφιά απο σίδερο. Ο Ortiz απαριθμεί κάμποσα δέντρα, αυτοφυή των δασών που τότε έζωναν την Αβάνα, τα οποία προμήθευαν τους ναυπηγούς με ξύλο τέτοιων προϋποθέσεων κι ακόμα και σήμερα (αν και τα δάση έχουν προ πολλού αποψιλωθεί στη γύρω περιοχή) προμηθεύουν τους κατασκευαστές μουσικών οργάνων, αλλά καθώς δέν είναι του ενδιαφέροντος μας η κουβανέζικη βοτανολογία, αρκεί να πούμε πώς καθημερινά κόβονταν, επεξεργάζονταν και παράγονταν χιλιάδες clavijas για τίς επιτακτικές ανάγκες των καρνάγιων σ΄ένα νησί που βρισκόταν στο επίκεντρο της ναυσιπλοϊας και του θαλάσσιου εμπορίου της εποχής. Φαίνεται λοιπόν πώς σ΄εκείνα τα κατατόπια, όπου έβριθαν τόσο οι clavijas όσο κι οι εργάτες, ανάκατα σπανιόλοι τεχνίτες, μιγάδες παραγιοί, μαύροι απελεύθεροι και μασίφ σκλάβοι εξ Αφρικής, τα τραγούδια που είναι βέβαιο πώς άδονταν στις ώρες της σκληρής δουλειάς κάτω απ΄τον καυτό τροπικό ήλιο, κάποια ανεξακρίβωτη στιγμή συνοδεύτηκαν απο δύο clavijas που ένας εργάτης χτυπούσε ρυθμικά τη μία πάνω στην άλλη, ελλείψει προσφορότερου μουσικού οργάνου. Αν και η κοινή λογική, παρέα με την ιστορική εμπειρία, υπαγορεύουν την υπόθεση πώς ο πρώτος χρήστης των clavijas ως κρουστού θα μπορούσε να έχει αφρικάνικη καταγωγή, εν τούτοις αυτού του είδους οι μουσικές πρακτικές δέν ήταν άγνωστες στους Ισπανούς, καθώς στην χώρα του Θερβάντες υπήρχαν παρόμοια μικρά κρουστά απο την αρχαιότητα: οι πασίγνωστες καστανιέτες και, ακόμα περισσότερο, οι μεταγενέστερες tejoletas, που δέν ήταν παρά δύο κομμάτια επεξεργασμένου κεραμιδιού τα οποία οι λούμπεν σπανιόλοι χτυπούσαν μεταξύ τους συνοδεύοντας το τραγούδι και τον χορό τους. Μάλιστα, η πρωτόλεια χρήση των claves στους χώρους ελλιμενισμού, κατασκευής κι επισκευής των πλοίων κάθε άλλο παρά τυχαία μοιάζει να είναι : σύμφωνα με το πλήθος χρονικών της εποχής, οι tejoletas παίζονταν κατά κόρον στις φυλακές της αναγεννησιακής Ισπανίας, συνοδεύοντας τους τύπους τραγουδιού martinete και κυρίως, carceleras (τραγούδια της φυλακής), που είναι δεδομένο πώς μεταφέρθηκαν στις Δυτικές Ινδίες με τα πληρώματα των πλοίων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό επανδρώνονταν απο ποινικούς κατάδικους ή φυλακισμένους για χρέη, μια απολύτως συνηθισμένη πρακτική στις ευρωπαϊκές γαλέρες εκείνων των σκληρών καιρών.

 Απο την άλλη, σε ολόκληρη την έκταση της υποσαχάριας Αφρικής, όπου η μεγαλύτερη ποικιλία κρουστών και ρυθμών του κόσμου απαντάται, ο συνηθέστερος τύπος γκρούπ περιλαμβάνει, ως σήμερα, μια ομάδα τυμπάνων κι απο κοντά, κάποιου είδους ξύλινο ραβδί ή μπακέτα που κρατάει ένα σταθερό ρυθμό πάνω σε μια ξύλινη ή μεταλλική (π.χ. κουδούνα) επιφάνεια. Διευρύνοντας την έννοια του clave απο τα στενά κουβανέζικα πλαίσια σε οποιονδήποτε «μετρονομικό» ρυθμό που παίζεται απο παρόμοια όργανα, βλέπουμε πως η Αφρική κυριολεκτικά βρίθει απο παντοειδή claves, των οποίων η λειτουργία μέσα στη μουσική αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς των πάντων μέσα σ΄ένα πραγματικό όργιο πολυρυθμίας. Στην αφρικάνικη μουσική, ο μουσικός που χτυπάει είτε με ένα κομμάτι ξύλου μια επιφάνεια, είτε δύο ξύλα μεταξύ τους, παίζοντας ξανά και ξανά, ασταμάτητα κι απαράλλαχτα, τον ίδιο ρυθμό, επιτελεί ένα σπουδαίας σημασίας έργο, καθώς οι τυμπανιστές, οι τραγουδιστές, ακόμα κι οι χορευτές, εκτελούν τα δικά τους ρυθμικά παιχνίδια (γιατί και τα πόδια του χορευτή, χτυπώντας την
γή, παίζουν επίσης έναν ρυθμό) «πατώντας» στο σταθερό σχήμα που το κάθε clave τους προσφέρει και παίζοντας μέσα, έξω, πάνω ή κάτω, αλλά ποτέ κόντρα σε αυτό. Σε όλες τις εκφάνσεις της (εκπληκτικά διατηρημένης) αφρικάνικης κουλτούρας στην σύγχρονη Κούβα εντοπίζεται, ξανά και ξανά, η ύπαρξη των “palos” ή “palitos” (ξύλινων ραβδιών) : απο το μικρό irofá, με το οποίο ο babalao (ιερέας-μάντης της Santeria) χτυπά ρυθμικά τον ξύλινο δίσκο του καθώς μουρμουρίζει τα ερμητικά τραγούδια του Ifa ως το págugu, το «μπαστούνι των νεκρών» το οποίο οι santeros κρούουν στο έδαφος στη διάρκεια των πένθιμων τελετών, κι απ΄τα itón, τα δύο μικρά ραβδιά που χτυπούν το πλάι του τυμπάνου bonkó echemiyá στις λειτουργίες της αδελφότητας των Abakuá ως τα coco, τα δύο ξύλα που, ομοίως, παίζονται στο πλάι του τυμπάνου caja κατά την διάρκεια των χορών της Yuka (με καταγωγή απ΄το Κονγκό) – η αφρικάνικη μουσική της Κούβας είναι γεμάτη τέτοια.

Σημειώστε, όμως, κάτι ενδιαφέρον : σε καμμία απ΄τις μουσικές παραδόσεις με αμιγή αφρικάνικη ρίζα που επιζούν στην Κούβα δέν υπάρχει, δηλαδή δέν χρησιμοποιείται, αυτό καθεαυτό το κουβανέζικο clave, με τη μορφή που το ξέρουμε σήμερα ως μουσικό όργανο. Υπάρχουν ραβδιά, κουδούνες, κύλινδροι απο μπαμπού και μπακέτες κάθε είδους, όχι όμως τα claves που μετέπειτα ταυτίστηκαν με την χορευτική μουσική της Κούβας. Ο λόγος ; Πώς τα claves φτιάχτηκαν για πρώτη φορά σε κουβανικό (κι όχι αφρικάνικο) έδαφος κι ακόμα, πώς οι πρώτοι που τα ενέταξαν στη μουσική τους δέν ήταν οι μαύροι, αλλά κατά παράδοξο τρόπο, οι λευκοί αγρότες της επαρχίας.

Ως είπαμε, τα κουβανέζικα claves πρωτοήχησαν στα λιμάνια και τα καρνάγια της παλιάς Αβάνας. Κατα τα φαινόμενα, πέρασαν απ΄τα χέρια εξ ίσου λευκών Ισπανών, αφρικανών σκλάβων, κρεολών μαύρων και μιγάδων με μπλεγμένο αίμα, εν καιρώ εισχώρησαν στα καπηλειά και στις ταβέρνες της παράκτιας ζώνης, όμως ο κύριος πληθυσμός των μαύρων της πόλης αρχικά τα αγνόησε, καθώς στο οργανικό οπλοστάσιο τους διέθεταν τόσες πατροπαράδοτες εναλλακτικές ώστε, όσο η μουσική τους παρέμενε αμιγώς αφρικάνικη, απλώς δέν το χρειάζονταν. Αντιθέτως, αν κι οι λευκοί αστοί της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων ακκίζονταν παίζοντας και χορεύοντας την «κοσμοπολίτικη» ευρωπαϊκή μουσική των σαλονιών της εποχής, οι αγρότες της απέραντης επαρχίας διατήρησαν σχεδόν ανέπαφη τη λαϊκή μουσική της Ανδαλουσίας, της Καστίλης, της Γαλικίας και της Εστρεμαδούρας, προσθέτοντας όμως δύο αναπόφευκτες τροπικές πινελιές : εν πρώτοις, υιοθέτησαν το guiro, δηλαδή την κολοκυθένια «ξύστρα» που οι παππούδες τους κληρονόμησαν απ΄τους τελευταίους ιθαγενείς Tainos κι ακολούθως, μόλις τα claves τέθηκαν στα υπ΄όψιν τους, τα ενέταξαν ασμένως στις ρουστίκ ορχήστρες τους. Η συμβίωση, επί σειρά αιώνων, με τους αφρικανούς, είχε πιά προσδώσει στην σπανιόλικη μουσική των Κουβανών μια ρυθμικότητα που σίγουρα έλειπε στην Ιβηρική. Ωστόσο, οι λευκοί αγρότες ούτε μπορούσαν, ούτε ήθελαν να αφομοιώσουν την κουλτούρα του τυμπάνου (που, μην ξεχνάμε, παραδοσιακά ταυτιζόταν με τους «κατώτερους» μαύρους). Τα claves αποτέλεσαν την ιδανική μέση οδό : θύμιζαν τις ισπανικές tejoletas, ακούγονταν κάπως σαν τα παλαμάκια της πατρίδας, έδιναν ρυθμό στίς κιθάρες και τις μπαντόλες και το κυριώτερο, δέν συνιστούσαν φυλετικό όνειδος στα μάτια της αποικιακής κοινωνίας.

Ετσι λοιπόν, για χρόνια και χρόνια, τα δύο κοντά ραβδάκια με την σκληρή, γυαλιστερή υφή και τον διαπεραστικό ήχο, παίζονταν στις φιέστες της κουβανέζικης υπαίθρου και συνόδευαν το σώμα των μουσικών στύλ με απ΄ευθείας καταγωγή την Ιβηρική, που έμεινε ως σήμερα στην φολκλορική οικογένεια με το όνομα punto guajiro. Κάτι σημαντικό όμως : ο ρυθμός των claves στο punto guajiro δέν έχει καμμία σχέση με τον ρυθμό που σήμερα ονομάζουμε clave, καθώς ο τελευταίος σχετίζεται άμεσα με την αφρο-κουβανική ρυθμολογία κι είναι εντελώς διάφορος μουσικά. Οι claves στο punto guajiro έπαιζαν σ΄ένα πολύ απλούστερο μοτίβο, με τον ρόλο τους να είναι περισσότερο ο ηχητικός εμπλουτισμός της μουσικής παρά η απόλυτη ρυθμική βάση, όπως στην αφρο-κουβανική εξέλιξη που χρονικώς έπεται. Ενόσω, όμως, στους γόνιμους αγρούς και τα πολύβουα λιμάνια οι claves αντηχούσαν σε παράλληλες και γι΄αυτό, μή εφαπτόμενες πορείες, το πέρασμα απο το 18ο στον 19ο αιώνα έφερε στην κοινωνία και την κουλτούρα της Κούβας, γερές ανακατατάξεις. Αν η κουβανική ανθρωπογεωγραφία του 18ου αιώνα χαρακτηριζόταν απο διάσπαρτους, σε πόλεις κι επαρχίες, πυρήνες σκλάβων, απομονωμένους αγροτικούς πληθυσμούς και μια αστική λευκή ελίτ με το κνούτο του καθωσπρεπισμού να υπαγορεύει τους όρους περί καλού, κακού, σωστού, λάθους και, υποχρεωτικώς, μαύρου εναντίον άσπρου, ο 19ος αιώνας έφερε νέο κόσμο, φρέσκα ήθη και καινά δαιμόνια : Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής ζάχαρης, εξ αιτίας των εργοστασίων με τα οποία η Βιομηχανική Επανάσταση αντικατέστησε την χειροκίνητη επεξεργασία, χρειαζόταν μεν λιγότερα χέρια στις μηχανές, αλλά υπερπολλαπλάσια για την συγκομιδή, μια και οι δυνατότητες παραγωγής είχαν, πιά, κυριολεκτικά εκτοξευθεί. Ως αναγκαίο αποτέλεσμα, στις πρώτες πέντε δεκαετίες του 19ου αιώνα εισήχθησαν στην Κούβα περισσότεροι Αφρικανοί απ΄ότι στους προηγούμενους τρείς αιώνες μαζί, ενώ η οικονομία του νησιού γνώρισε πρωτοφανή άνθιση, η οποία προσέλκυσε ακόμα περισσότερους μετανάστες, όχι μόνο απ΄την Ισπανία αλλά κι απο όλη την Ευρώπη. Ο ξαφνικός πλούτος, ο απότομος κοσμοπολιτισμός κι η περαιτέρω ενίσχυση της πολυ-φυλετικής κοινωνίας απομάκρυναν ακόμα περισσότερο την Κούβα απο τα στενά ισπανικά πρότυπα, ενώ οι πόλεις, και ιδίως η Αβάνα, μετατράπηκαν απο γραφικούς δήμους σε πολυάνθρωπα αστικά κέντρα, με δραστήρια οικονομία, ακατάπαυστο εμπόριο, ζωηρή πολιτιστική κίνηση και έντονη (για τα μέτρα της εποχής) νυχτερινή ζωή. Αν, λοιπόν, ο 18ος αιώνας ανήκε δικαιωματικά στην συντήρηση και τον διαχωρισμό, ο 19ος μεταμόρφωσε την Κούβα σ΄ένα καζάνι βρασμού, τήξης, σύνθεσης και αναδιαμόρφωσης μιας καινοφανούς ταυτότητας, μιας «κουβανικότητας» που έθεσε τα θεμέλια για την εμφάνιση των πρώτων αμιγώς κουβανικών (μή εισαγόμενων) μουσικών ειδών, που μπορούν κάλλιστα να ειδωθούν ως πρόδρομοι της αληθινής ανεξαρτησίας του νησιού απ΄την Ισπανία, η οποία ολοκληρώθηκε, ύστερα απο δύο πολέμους, το 1898.

Σε αυτή την ρευστή πολιτιστική ατμόσφαιρα, οι σκλάβοι των πόλεων και, ακόμα περισσότερο, οι μαύροι απελεύθεροι (πρώην σκλάβοι που για διάφορους λόγους είχαν κερδίσει την ελευθερία τους και ασχολούνταν με μικροεπαγγέλματα) έπαιξαν κομβικό ρόλο : καθώς η Αβάνα έσφυζε ολοένα και περισσότερο απο ζωή και συγχρόνως, οι ανάγκες για γλέντι και διασκέδαση αυξάνονταν γεωμετρικά, οι μαύροι κατανόησαν αμέσως πώς το επάγγελμα του λαϊκού μουσικού (κοινωνικά παρακατιανό για τους λευκούς) προσέφερε απείρως περισσότερες οικονομικές ευκαιρίες απ΄όσες η κυρίως ειπείν οικονομική ζωή της (φυσικότατα, άκρως ρατσιστικής) Κούβας, πλήν όμως με μια βασική προϋπόθεση – για να βγάλουν αξιόλογα χρήματα, έπρεπε να μάθουν, έστω και στοιχειωδώς, κάτι απ΄την ευρωπαϊκή μουσική της εποχής. Ετσι, η στροφή προς έναν κάποιον μουσικό «εξευρωπαϊσμό» των μαύρων της Κούβας (που ως τότε παρέμεναν σχεδόν ανέγγιχτοι Αφρικανοί) π
ροκειμένου ενσωματωθούν στην υπό διαμόρφωση κουβανέζικη κουλτούρα, παρήγαγε διάφορα ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ενα απο αυτά, το οποίο μας ενδιαφέρει άμεσα, ήταν η εμφάνιση των πρώτων λαϊκών χορωδιών αποτελούμενων εξ ολοκλήρου απο μαύρους (σκλάβους και απελεύθερους) που, γύρω στα μισά του 19ου αιώνα, άρχισαν να φτιάχνονται στην Αβάνα για να να ερμηνεύσουν ένα ρεπερτόριο με άλλοτε θρησκευτικό κι άλλοτε λαϊκό περιεχόμενο, το μουσικό στίγμα του οποίου παρέπεμπε στην ισπανική/ευρωπαϊκή μούσα της εποχής, ή τουλάχιστον όπως οι αφρο-κουβανοί την αντιλαμβάνονταν και εκτελούσαν. Αυτές οι πολυάνθρωπες χορωδίες, που έρχονταν βεβαίως απο τις φτωχογειτονιές των μαύρων αλλά τραγουδούσαν σε ολόκληρη την πρωτεύουσα, πάσχιζαν (και μάλλον τα κατάφερναν) ν΄ακουστούν ευχάριστα στο ισπανικό αυτί, το οποίο θα έπρεπε να οδηγήσει το ισπανικό χέρι στην τσέπη προκειμένου η δωρεά απο μερικά ρεάλια να προστεθεί στο ταμείο της χορωδίας. Ωστόσο, κάποιοι μουσικοί αφρικανισμοί ήταν αδύνατο να λείψουν ακόμα κι απ΄την πιο φιλότιμη ισπανοειδή χορωδία : τους τραγουδιστές συνόδευε πάντα ένας μουσικός που κρατούσε την viola, ένα είδος παλαιοευρωπαϊκού μπάντζου απο το οποίο είχαν αφαιρεθεί οι χορδές, οπότε ο μουσικός το χτυπούσε με τις παλάμες, σα να ήταν τύμπανο! Με τον καιρό, την viola πλαισίωσε μια μικροσκοπική ορχήστρα, αποτελούμενη συνήθως απο κιθάρες, μια πρωτόγονη αφρικανικής έμπνευσης άρπα και-έκπληξη!-τα claves, που επιτέλους έκαναν την εμφάνιση τους στην επίσημη ιστορία της μουσικής στην Αβάνα. Προσέξτε τώρα : αυτές οι χορωδίες των μαύρων ονομάστηκαν Coros de Clave (Χορωδίες του Clave) και η μουσική που έπαιζαν, cantos de clave (τραγούδια του clave) ή σκέτα claves, όμως υπάρχει μια διχογνωμία σχετικά με την πραγματική προέλευση της ονομασίας τους. Οι περισσότεροι μουσικολόγοι την συνδέουν απλά με την ύπαρξη των claves στην ορχήστρα της χορωδίας, υπάρχει όμως και ο ενδιαφέρων αντίλογος που αποδίδει τον όρο στον λαϊκό μουσικό και ποιητή Jose Anselmo Clavé (προφέρεται «Κλαβέ»), ο οποίος ξεκίνησε στην Βαρκελώνη του 1845 μια χορωδία απο απλούς εργάτες που έγινε τόσο δημοφιλής ώστε ξεσήκωσε μια σχετική μόδα απο αντίστοιχα γκρούπ που ονονάστηκαν Coros de Clavé (Χορωδίες του Κλαβέ) και, όταν η μόδα αφίχθη στην Κούβα κι αγκαλιάστηκε ασμένως απ΄τους μαύρους, κράτησε τον ίδιο τίτλο, έστω και τονικώς παραλλαγμένο. Ετσι ή αλλιώς, οι coros de clave της Αβάνας γνώρισαν τέτοια επιτυχία που σύντομα εξαπλώθηκαν στις κοντινές πόλεις του Matanzas, του Cardenas και στο υπόλοιπο νησί, ενώ οι εφήμερες παραλλαγές του στύλ εμφάνισαν τις Claves Ñáñigas (χορωδίες μελών της μυστικής αδελφότητας των Abakuá) και τις Claves Teatrales (θεατρικές χορωδίες), που ομοίως αναπτύχθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ωστόσο, οι μαζικές και εξόχως λαϊκές Coros de Clave παρέμειναν οι πιο χαρακτηριστικές της εποχής κι απο αυτές ξεπήδησε η επόμενη γενιά με τα μικρά claves, πιά, σε αληθινά πρωταγωνιστικό ρόλο : Οι Coros de Rumba (Χορωδίες της Rumba) που, πρίν ακόμα η rumba διαμορφωθεί στην ορχηστρική μορφή που την ξέρουμε σήμερα (με congas κ.λ.π.), τραγουδούσαν στεντορείως τα τραγούδια των μαύρων λιμενεργατών, εκκινώντας απο τον τόπο γέννησης τόσο των claves ως μουσικών οργάνων όσο και της ίδιας της rumba ως μουσικού είδους – τα λιμάνια, κυρίως του Matanzas και της Αβάνας. Καθώς το δημόσιο παίξιμο αφρικάνικων τυμπάνων απαγορευόταν (επιτρεπόμενο μόνο μέσα στα cabildos και εκτός αυτών, αποκλειστικά την Dia de Reyes του Καρναβαλιού), όλες αυτές οι «μαύρες» χορωδίες έμαθαν να συμπυκνώνουν την ουσία της αφρικάνικης ρυθμικής κληρονομιάς στον συγκοπτόμενο ρυθμό που οι claves μπορούσαν να παίξουν και με την άδεια της αστυνομίας.

Ετσι, όταν στις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα το son, αυτό το υβριδικό αφρο-ισπανικό ιδίωμα με ανάκατες σπανιόλικες κιθάρες, αφρικάνικες marimbulas (στον ρόλο του μπάσου) και μιγαδικά bongó, έφτασε στην Αβάνα προεργόμενο απ΄την ανατολική Κούβα για να σαρώσει ολόκληρη την κουβανέζικη λαϊκή μουσική και να την ξαναστήσει σε εντελώς καινούρια βάση, οι μαύροι μουσικοί της Αβάνας το υποδέχθηκαν ενθουσιωδώς, μα και το εμπλούτισαν οργανικώς : αφού οι περισσότεροι απο αυτούς ήταν έτσι κι αλλιώς μέλη σε coros de clave ή coros de rumba, οπότε τα claves ήταν πιά αναπόσπαστο τμήμα της ρυθμικής συνοδείας της μουσικής τους, με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο τα προσέθεσαν στο γκρούπ του son, που απο τα τυπικά τρίο ή κουαρτέτα της ανατολικής Κούβας έφτασε, στην Αβάνα, στα σεξτέτα και σεπτέτα, με την περαιτέρω προσθήκη τρομπέτας και δεύτερης κιθάρας κι αργότερα, ακουστικού μπάσου. Και ακριβώς αυτό το διευρυμένο σχήμα γράφτηκε στην ιστορία ως το κυρίως όχημα πάνω στο οποίο κύλησε ολόκληρη η «χρυσή περίοδος του son», χοντρικά απο το 1925 ως το 1940, καθιερώνοντας οριστικά τις claves ως σάρκα εκ της σαρκός του νοούμενου ως εθνικού μουσικού είδους της Κούβας και υποχρεώνοντας, μέσα απ΄την καταιγιστική επιρροή που το son άσκησε σε ολόκληρο το φάσμα της λαϊκής κουβανέζικης μουσικής, τα σύγχρονα και μεταγενέστερα είδη είτε να συμπεριλάβουν τις claves στο οργανολόγιο τους, είτε να υποταχθούν οριστικά στο ρυθμικό τους πρόσταγμα. Φυσικά, οι claves ταξίδεψαν εκτός Κούβας με τη μεγάλη έξοδο της κουβανέζικης μουσικής (και κύριο μέσο μεταφοράς την μεγάλη δημοφιλία του son στις χώρες της Καραϊββικής και τις Η.Π.Α.), κατά την δεκαετία του 1930. Στις Η.Π.Α., και κυρίως στη Νέα Υόρκη που ήδη απο τότε είχε ξεχωρίσει ως το επίκεντρο της latin μουσικής σε αμερικανικό έδαφος, οι claves ήχησαν μεν στα σεπτέτα και τις μικρές ορχήστρες της εποχής, γρήγορα όμως η χρήση τους ατόνησε καθώς η εμφάνιση των big bands (ορχηστρών με 12-20 όργανα) έκανε μάλλον περιττή την άμεση παρουσία τους, αφού και μπόλικα κρουστά υπήρχαν στις μπάντες (congas, bongó, timbales/drums, maracas – σε αντίθεση με τη μίνιμουμ παρουσία τους στα μικρά σχήματα του son) και ο πιο jazz χαρακτήρας των νεοϋορκέζικων ενορχηστρώσεων υπαγόρευε μια λιγότερο παραδοσιακή οργανική σύνθεση.

Ωστόσο, ο ρυθμός των claves παρέμεινε πανταχού παρών στο mambo, το cha cha cha, τη latin jazz και, ακόμα περισσότερο, στην salsa που χρονικώς ακολούθησε, στους δίσκους της οποίας οι claves έκαναν περιστασιακά την εμφάνιση τους, αν και στις ζωντανές εμφανίσεις των salsa γκρούπ η ύπαρξη ενός μουσικού με αποκλειστικό καθήκον το παίξιμο των claves παραήταν πολυτέλεια, δεδομένης της μισθολογικής στενότητας που ανέκανθεν ταλαιπωρούσε την εν λόγω αγορά. Επίσης, οι ανάγκες της σκηνικής παρουσίας των τραγουδιστών της salsa (χορός, σόου κ.λ.π.) καθιστούσε απαγορευτική την πιθανότητα να παίζουν εκείνοι τις claves, όπως έκαναν οι (πολύ πιο στατικοί) Κουβανοί συνάδελφοί τους στα συγκροτήματα του son. Ετσι, συνήθως στην salsa ο ρυθμός του clave «εννοείται» (δηλαδή γίνεται αισθητός απο την ενορχήστρωση) χωρίς οι claves να είναι καθεαυτές παρούσες, όποτε όμως χρειάζεται να ακουστεί καθαρά και ξάστερα ο ομώνυμος ρυθμός παιγμένος πάνω σε κάτι που να ηχεί σαν claves, η λύση ακούει στο όνομα “woodblock”, το οποίο είναι ένα κρουστό που σήμερα είναι φτιαγμένο απο σκληρό πλαστικό, μιμείται την παλιά ξύλινη “cajita china” της Κούβας και εφαρμόζεται πάνω στις timbales, δίπλα στις κουδούνες : παιγμένο με τη μπακέτα του timbalero, το woodblock πράγματι ακούγεται (σχεδόν) σαν claves κι αυτός είναι ο συνηθέστερος τρόπος ηχητικής προσομοίωσης τους στην σύγχρονη λατινοαμερικάνικη μουσική (salsa, latin pop, latin jazz κ.λ.π.). Στην εποχή μας, οι claves παραμένουν σε αδιάλειπτη υπηρεσία μόνο σε δύο κουβανέζικα μουσικά είδη : Εν πρώτοις, στο son, όπου συνήθως παίζονται απο κάποιον εκ των τραγουδιστών (κατά τον παραδοσιακό τρόπο) και κατόπιν, στα στύλ της αφρο-κουβανικής rumba. Ειδικά στη rumba, οι claves είναι το μακράν πιο απαραίτητο όργανο (μαζί με την φωνή) προκειμένου το επιθυμητό μουσικό αποτέλεσμα να επιτευχθεί, και παίζονται συχνά απο έναν τραγουδιστή, αν και καμμιά φορά αυτός ο ρόλος μπορεί να ανατεθεί σ΄ένα μουσικό ως αποκλειστικό καθήκον.

Εχοντας περατώσει την καταγραφή της φυσικής παρουσίας των claves ως μουσικών οργάνων στην ιστορία της κουβανέζικης (και «κουβανότροπης») μουσικής, μένει τώρα να δούμε την ιστορία και, κυρίως, την λειτουργία του ρυθμικού σχήματος που λέγεται clave στη μουσική καθεαυτή. Κι αυτή είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.
(Συνεχίζεται)



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Fernando Ortiz : "The Xylophonic Clave Of Cuban Music: An Ethnographic Essay". (Center For Social Research, CUNY Graduate School, 1992).
Fernando Ortiz : "Los Instrumentos de la Musica Afrocubana, vol. 1" . (Publicaciones de la Direccion General de Cultura del Ministerio de Educacion, 1952).
Centro de Investigacion y Desarrollo de la Musica Cubana : "Instrumentos de la Musica Folclorico-Popular de Cuba". (Editorial de Ciencias Sociales, 1997).
Helio Orovio : "Diccionario de la Musica Cubana, biografico y tecnico". (Editorial Letras Cubanas, 1992).
Ned Sublette : "Cuba and its Music: From the first drums to the mambo". (Chicago Review Press, 2004).

Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN