Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 20/11/2017
latinmusic category
Η ζωή εν barrio*

(*δια στόματος Frankie Vazquez)



Απομαγνητοφωνώντας χαλαρά και περιστασιακά την κυριολεκτικά μαραθώνια συνέντευξη που μού έδωσε πρίν ένα χρόνο ο σπουδαίος Frankie Vazquez (φανταστείτε : σχεδόν 8 ώρες ηχογραφημένου υλικού, εν συγκρίσει π.χ. με τη συνέντευξη του Ray de la Paz που δεν ξεπέρασε τις 2 ώρες ηχογράφησης!), κάθε τόσο συνειδητοποιώ τον λόγο για τον οποίο η συνέντευξη του Frankie κράτησε τόσο : μα φυσικά, γιατί είναι διανθισμένη από άπειρες ιστορίες, ανέκδοτα, ιστορικές λεπτομέρειες κι απολαυστικές διηγήσεις που ο Vazquez, σαν αληθινός sonero, παρέθετε σε ρυθμό πολυβόλου σε όλη την διάρκεια της συζήτησης. Η συνέντευξη, βέβαια, απέχει πολύ ακόμα από την ολοκλήρωση της απομαγνητοφώνησης και την δημοσίευση της, σκέφτηκα όμως πως θα είχε ενδιαφέρον να παρέθετα στην ενότητα "Λάτιν Ιστορίες" ένα μικρό και άκρως χαρακτηριστικό απόσπασμα μιάς από τις πολλές διηγήσεις του Frankie σχετικά με το περιβάλλον της Salsa στη Νέα Υόρκη και τις προσωπικές του εμπειρίες από τη ζωή, τη δουλειά, τη μουσική και την καθημερινότητα στις ισπανόφωνες περιοχές της μεγαλούπολης κατά την δεκαετία του 1980. Δεν είμαι ακόμα σε θέση να πώ πότε θα δημοσιευθεί ολόκληρη η συνέντευξη (προφανώς κάποια στιγμή στο προσεχές φθινόπωρο ή χειμώνα), αλλά όσοι κάνετε υπομονή, πιστέψτε με, θα ανταμειφθείτε με αυτό που θεωρώ ως καλύτερη και πιό συναρπαστική μουσική συνέντευξη που έχω κάνει στη ζωή μου. Πάρτε μιά ιδέα ευθύς αμέσως :


- Frankie, στη φάση για την οποία μιλάμε (1986), τί είδους όνομα είχες φτιάξει στη σκηνή της Νέας Υόρκης; Πού σε τοποθετούσαν και πώς σε χαρακτήριζαν οι salseros της εποχής;


- Κοίτα, με ξέρανε στη Νέα Υόρκη και πιό πολύ, όπως είναι φυσικό, γύρω από εκεί που ζούσα κι έπαιζα περισσότερο. Στη γειτονιά μου ήταν που με πρωτοείπαν “El Sonero del Barrio” (σ.σ. : Ο Sonero της φτωχογειτονιάς, του γκέτο). Υπήρχαν κι άλλοι τραγουδιστές σαν κι εμένα εκεί γύρω, αλλά η διαφορά είναι πως κανείς τους δεν έτυχε να γίνει γνωστός παραέξω. Ηταν ένας ονόματι Maneco και έκανε αυτό που λέμε «τραγουδιστής – τζουκ μποξ», δηλαδή του έδινες τίποτα ψιλά κι αυτός σου τραγούδαγε όποιο κομμάτι ήθελες, του Hector Lavoe, του Cheo Feliciano, όποιο να΄τανε και το έλεγε ίδια με αυτούς. Τραγούδησε με αρκετά γκρουπ αλλά το πρόβλημα του ήταν πως ήταν κολλημένος με την πρέζα κι όποτε συνεργαζόταν με καμμιά καλή ορχήστρα τα έκανε θάλασσα και τον έδιωχναν. Αλλά όποτε γινόταν κανένα live στη γειτονιά, πάντα τον καλούσαν να τραγουδήσει στη σκηνή γιατί ήταν καλός. Εκείνα ήταν live που γίνονταν στη μέση του δρόμου, στο γκέτο. Τα λέγανε “black parties” ή “party de cuadra”, γιατί κάθε τετράγωνο διοργάνωνε τα δικά του. Ζητούσαν άδεια κι έκλειναν τον δρόμο και φέρνανε ορχήστρες να παίξουν εκεί πέρα. Αυτό που γινόταν ήταν πως κάθε τετράγωνο ήθελε να κάνει πιό μεγάλο και πιό φανταχτερό πάρτυ από τα άλλα τετράγωνα κι έτσι να ξεχωρίζει στο γκέτο.

 - Τί ονόματα έπαιζαν σε εκείνα τα πάρτυ; Τοπικά ή και φίρμες;

- Και τα δύο. Τα πάρτυ, βλέπεις, κρατούσαν δύο-τρεις μέρες, οπότε φερ’ειπείν την Παρασκευή το βράδυ έπαιζε κάποια τοπική ορχήστρα, το Σάββατο το βράδυ ερχόταν ένα γνωστό όνομα και την Κυριακή έπαιζε το πρωί τοπικό γκρουπ και το απόγευμα στις 7 εμφανιζόταν το μεγάλο όνομα που ήταν η ατραξιόν όλου του πάρτυ. Για παράδειγμα, στη δική μου γειτονιά θα΄χαν την Παρασκευή τον Maneco να τραγουδάει με κάποια τοπική μπάντα, το Σάββατο θα έφερναν τον Bobby Rodriguez και την Κυριακή θα ήταν το μεγάλο όνομα, ας πούμε ο Johnny Pacheco ή ο Hector Lavoe.

- Είχαν εισιτήριο εκείνα τα πάρτυ;


- ‘Οχι, ήταν τσάμπα για τον κόσμο της γειτονιάς.

- Και ποιός πλήρωνε τους καλλιτέχνες;


- Κοίτα, αυτά τα διοργάνωναν οι τύποι που είχαν επιχειρήσεις στον δρόμο εκείνο, παραδείγματος χάριν κομμωτήρια, σουπερ μάρκετ, μαγαζιά με δίσκους, τέτοια. Εφτιαχναν αυτοί μία επιτροπή μεταξύ τους και στέλνανε εκπροσώπους που πήγαιναν πόρτα-πόρτα σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς και ζητούσαν οικονομική συνειφορά, ένα δολάριο, πενήντα σεντς, όσα ήθελε ο καθένας. Αλλά η γειτονιά μπορεί να΄χε δεκαπέντε ή είκοσι κτίρια και κάθε κτίριο να έχει από είκοσι διαμερίσματα, οπότε λίγα-λίγα μαζεύονταν κάμποσα φράγκα. Τα υπόλοιπα τα έβαζαν οι καταστηματάρχες που λέγαμε, δηλαδή εκείνοι έβαζαν τα πολλά λεφτά αλλά έκαναν βέβαια τη διαφήμιση τους, κι έτσι γίνονταν εκείνα τα πάρτυ.

- Εσύ τραγουδούσες συχνά σ΄αυτά;


- Βέβαια, και γούσταρα πολύ, γιατί εκτός των άλλων ήταν ένας εύκολος τρόπος να ξεχωρίσω και να γίνω γνωστός στον κόσμο. Ανέβαινα στη σκηνή και ο κόσμος έλεγε «μα πού ήταν αυτός κρυμμένος τόσον καιρό», επειδή τους έκανα εντύπωση. ‘Οποιος με ρωτούσε, τους έλεγα πως έμενα χρόνια στη γειτονιά αλλά αν δεν με ήξεραν σαν τραγουδιστή, ήταν επειδή ποτέ δεν ντυνόμουν φανταχτερά και δεν τραβούσα την προσοχή, ξέρεις σε τί στύλ. Γιατί ήμουν χαμηλών τόνων κι ο λόγος ήταν πως ήθελα στο τέλος της βραδιάς να φτάσω σώος στο σπίτι μου με το μεροκάματο, εννοείται πάντα με τα λεφτά μέσα στις κάλτσες, γιατί άμα ντυνόμουν στην τρίχα, με κοστούμια και τέτοια, δεν υπήρχε περίπτωση, θα με ληστεύανε. Βλέπεις, ήξερα από τέτοιες καταστάσεις κι ακόμα ήξερα τί σόι κόσμος κυκλοφορούσε στη γειτονιά μου. Πάντως, μία φορά με ληστέψανε. ‘Οχι εκεί, αυτό έγινε μετά που χώρισα με τη γυναίκα μου και πήγα να μείνω στο Μπρούκλιν, σε μια γκόμενα που είχα. Σε εκείνη τη φάση, φορούσα μια χρυσή καδένα στο λαιμό, με μενταγιόν την Αγία Βαρβάρα. Εκεί υπήρχε μια συμμορία, που λέγονταν The Unknown Bikers, ήταν μηχανόβιοι και φορούσαν αυτά τα δερμάτινα μπουφάν.

- Τί ήταν αυτοί; Πορτορικάνοι;

- Ναί, όλοι τους και μ΄αυτά που κάνανε είχαν προκαλέσει μεγάλη ζημιά στην εικόνα και την καθημερινή ζωή των Πορτορικάνων της γειτονιάς. Ηταν όλοι πρεζάκηδες και, μιλάμε, κλέβανε μέχρι τη μάνα και τον πατέρα τους όταν χρειάζονταν την δόση τους. Με βλέπανε που γυρνούσα απ΄τη δουλειά με τις maracas μου και το guiro στο χέρι, και μία μέρα, πάω να μπω στο κτίριο κι ήταν πέντε απ΄αυτούς στην είσοδο και σνιφάρανε κόλλα. Αυτό το κάνανε συχνά και τρελαινόντουσαν, γιατί η κόλλα σε πειράζει κατ΄ευθείαν στον εγκέφαλο. Κανονικά με σέβονταν κι εγώ τους φερόμουν με σεβασμό, αλλά εκείνη τη μέρα τα είχαν παίξει τελείως. Καθώς ανέβαινα τη σκάλα, έρχεται ένας από πίσω μου, με το ζόρι θα΄ταν δεκαπέντε χρονών, και μου κολλάει ένα μαχαίρι στην πλάτη και μου λέει, δώσμου ό,τι έχεις και δεν έχεις αλλιώς σε σκοτώνω. Τώρα εγώ δεν είμαι κανένα παιδάκι, ούτε καμμιά κότα, αλλά αυτοί ήταν πέντε και μάλιστα μαστουρωμένοι, οπότε λέω, οκέι, δεν θα κάτσω να πεθάνω για μια αλυσίδα. Του την δίνω, λοιπόν, του δίνω και 25 δολάρια που είχα στην τσέπη, γιατί τα άλλα τα είχα βέβαια στην κάλτσα και τα΄χα κρυμμένα, και του λέω, αυτά είναι όλα. Ηρθαν κι οι άλλοι και ψάξανε το μπουφάν και το πορτοφόλι μου, δεν βρήκαν τίποτα και μου λέντε, εντάξει, φύγε. Ανεβαίνω τότε στο διαμέρισμα μου, παίρνω ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ που είχα για ώρα ανάγκης, και κατεβαίνω να τους βρώ, αλλά μου το χάλασε η γκόμενα μου που άρχισε να τσιρίζει «όχι Frankie, που πας, έχεις τρελαθεί» κι εγώ της λέω, σσσστ, σκάσε, αλλά οι μάγκες μας άκουσαν και την κοπάνησαν στον δρόμο. Βγαίνω κι εγώ από πίσω τους κι αυτοί προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, οπότε τους φωνάζω, τί έγινε, γιατί δεν βγαίνετε τώρα να το παίξετε μάγκες; Μπορεί να με φάτε, αλλά θα πάρω μαζί μου κανά δυό από εσάς. Αυτοί το βάλανε στα πόδια. Αλλά μόλις ανέβηκα πάνω στο διαμέρισμα, η δικιά μου είχε πάρει ήδη τηλέφωνο τον αρχηγό της συμμορίας εκείνης, που ήταν μεγαλύτερος από εκείνους τους πιτσιρικάδες, ήταν κάπου 25 χρονών και γνωρίζονταν με την δικιά μου από παιδιά, σχεδόν είχανε μεγαλώσει μαζί. Τον λέγανε Frankie, σαν κι εμένα. Την άλλη μέρα, ήρθε ο ίδιος με την καδένα μου και τα 25 δολάρια, μου τα έδωσε και μου λέει, εγώ αυτό το κάνω για εκείνη, όχι για σένα, γιατί εσένα ούτε σε ξέρω ούτε με ενδιαφέρεις. Βλέπεις, ψιλογούσταρε την γκόμενα μου. Μετά μου είπε, πάντως, πως στο εξής δεν θα είχα πρόβλημα με τη συμμορία του και πως αν με πείραζε κανείς από ξένη συμμορία, θα καθάριζε αυτός για πάρτη μου. Τελικά γίναμε φίλοι με τον τύπο, δηλαδή για όσο κάθισα εκεί πέρα, ένα-δυό μήνες ακόμα γιατί μετά χώρισα με την τύπισσα και γύρισα στη γυναίκα μου και ησύχασα.

- Frankie, σου έχουν τύχει τίποτα περίεργα περιστατικά την ώρα της δουλειάς;

- Χμμμ...Λοιπόν, σε μια φάση που τραγουδούσα με τον Javier Vazquez, τον Κουβανό πιανίστα, δουλεύαμε από Πέμπτη ως Κυριακή σ’ ένα κολομβιάνικο κλάμπ στο Queens, που λεγόταν “El Chorrito Musical”. Παίζαμε τέσσερις βραδιές την εβδομάδα και πληρωνόμασταν την τελευταία βραδιά, δηλαδή κάθε Κυριακή, για όλες μαζί. Ενα βράδυ, Κυριακή ήταν, παίζουμε το τελευταίο μέρος και τελειώνοντας κατά τις 2 το πρωί, ο Javier πάει να πληρωθεί. Τότε το αφεντικό του λέει, πρέπει να παίξετε άλλο ένα μέρος, ως τις 3 το πρωί. Ο Javier του απαντάει «εγώ δεν είμαι σκλάβος, κύριε, είμαι καλλιτέχνης και οι μουσικοί μου είναι κουρασμένοι. Δεν θα παίξουμε άλλο». Τότε ο Κολομβιάνος του λέει, αν δεν παίξεις, όχι μόνο δεν θα πληρωθείς, αλλά δεν θα φύγεις ζωντανός από δω μέσα. Ο Javier λέει, οκέι, θα μιλήσω με την ορχήστρα. Ερχεται έξω, μας μαζεύει, μας εξηγεί τα καθέκαστα και μας λέει, αν βοηθάτε τότε εγώ είμαι έτοιμος να παίξω ξύλο. Εγώ έβαλα τα γέλια, γιατί ο Javier ήταν μια σταλιά, αδύνατος και μεσόκοπος στα χρόνια, οπότε του λέω, ρε Javier θα σου δώσουν μία και θα τινάξεις τα πέταλα, τί ξύλο μας λες τώρα! Προτείνουμε λοιπόν στον Κολομβιάνο να παίξουμε μία έξτρα ώρα την επόμενη Πέμπτη, αλλά όχι τώρα που ήθελε εκείνος, αλλά αυτός ούτε που να το ακούσει. Κάνει μία έτσι και φωνάζει τέσσερις άλλους Κολομβιάνους, που έρχονται και στέκονται απέναντι μας. Τέσσερις αυτοί, εφτά εμείς, αλλά τότε βγάζουνε μαχαίρια, ρόπαλα και πιστόλια κι ο Javier τους λέει «ώπα, πε-πε-περιμένετε να το ξανασυζητήσουμε! Δεν έχω καμμία όρεξη να πεθάνω και μάλιστα, να πεθάνω εδώ μέσα. Εγώ θέλω να πεθάνω στην Κούβα!». Το αφεντικό του λέει «κοίτα να δεις, αυτό είναι το μαγαζί μου και στο μαγαζί μου γίνεται αυτό που θέλω εγώ». Οπότε, όλοι μαζί πιά, του λέμε «οκέι, είσαι το αφεντικό κι εμείς είμαστε η μπάντα που διασκεδάζει τους πελάτες, αλλά δεν είναι ανάγκη να μας φέρεσαι έτσι. Τί λες να παίξουμε από μία ώρα παραπάνω την Πέμπτη και την Παρασκευή;». Αυτός το σκέφτεται λίγο, γιατί σου λέει, χμ, δύο βραδιές με έξτρα παίξιμο δεν είναι και λίγο, οπότε τελικά συμφώνησε και το λύσαμε το θέμα χωρίς ν΄ανοίξει μύτη. Αλλιώς, κάτι πολύ κακό θα συνέβαινε, γιατί εκείνοι είχανε όπλα ενώ εμείς είχαμε μόνο τα χέρια μας και τα μουσικά όργανα...(συνεχίζεται συντόμως). 
Πρόσφατα άρθρα
1. Latin ιστορίες : Οι κόντρες της Salsa και τα τραγούδια του καβγά.
διαβάστε το...


Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN